Η
νύχτα της 26ης Απριλίου του 1986, οι εργαζόμενοι στην νυχτερινή
βάρδια του πυρηνικού εργοστασίου του Τσερνομπίλ είχαν λάβει ειδικές
οδηγίες από τη Μόσχα να κάνουν ένα πείραμα. Γι’ αυτό αποσύνδεσαν όλα τα
συστήματα ασφαλείας. Η αλυσιδωτή αντίδραση που ακολούθησε ήταν
ανεξέλεγκτη. Στης 1:21 π.μ. το μπλοκ 4 του αντιδραστήρα εξερράγη,
εκτινάσσοντας στον αέρα 30 με 40 φορές περισσότερη ραδιενέργεια τις
βόμβες της Χιροσίμας και του Ναγκασάκι.
Ο
αέρας μετέφερε αμέσως τα ραδιενεργά σύννεφα στην Ουκρανία, Ρωσία και
Λευκορωσία. Πάνω από 8.000.000 άνθρωποι ζούσαν εκεί. Μακρινές
χώρες όπως η Δανία, η Σουηδία, η Γερμανία, η Ελβετία, η Αυστρία, η
Πολωνία και η Βουλγαρία εκτέθηκαν σε μέτρια έως υψηλά επίπεδα
ακτινοβολίας. Οι περισσότεροι από τους πυρηνικούς αντιδραστήρες του
Τσερνομπίλ συνέχισαν να λειτουργούν για αρκετά χρόνια μετά το ατύχημα.
Ο τελευταίος έκλεισε το 2000.
Η
ραδιενέργεια είναι μια αφηρημένη έννοια για όσους ζουν κοντά στο
Τσερνομπίλ. Δεν μπορείς να την δεις ή να την γευτείς. Η περιοχή σήμερα
έχει διαιρεθεί σε ζώνες, ανάλογα με τα επίπεδα της μόλυνσης. Η ζώνη 1
εκκενώθηκε. Στους κατοίκους της ζώνης 2 έγιναν επίμονες συστάσεις να
εγκαταλείψουν την περιοχή, ενώ απαγορεύεται η εγκατάσταση νέων
κατοίκων. Στη ζώνη 3 επιτρέπεται να εγκατασταθούν νέοι κάτοικοι, καθώς
και να επιστρέψουν οι παλιοί. Όσοι έχουν τη δυνατότητα, μένουν μακριά.
Οι
μολυσμένες εκτάσεις (18.000 τ.χλμ καλλιεργήσιμης γης και 40% των δασών
της Ουκρανίας) θα παραμείνουν έτσι για εκατοντάδες χρόνια. Πολλοί από
τους κατοίκους, όμως, εξακολουθούν να τρώνε τα φρούτα και τα λαχανικά
από τα περιβόλια τους. Έτσι ο οργανισμός τους απορροφά ραδιενεργά
στοιχεία πέντε φορές περισσότερο από το αποδεκτό όριο. Μόνο το 5% των
παιδιών του Τσερνομπίλ είναι υγιή.