Το σκοτάδι που περιέβαλε τη βομβιστική επίθεση εναντίον του πλοίου-συμβόλου της Greenpeace κράτησε
μέχρι το πρώτο φως της ημέρας. Τους επόμενους μήνες έμελλε να
ξεδιπλωθεί ένα ολόκληρο σχέδιο βομβιστικής επίθεσης που έμοιαζε
βγαλμένο από ταινία κατασκοπίας. Οι πρωταγωνιστές όμως δεν θα είχαν
κωδικό αριθμό 007, αλλά μάλλον …000, καθώς οι μυστικοί πράκτορες άφησαν
πίσω τους τα πλήρη «διαπιστευτήριά» τους: αμέτρητα αποδεικτικά στοιχεία και μαρτυρίες που φωτογράφιζαν έναν ένοχο, τη Γαλλία.
Αληθινά σενάρια κατασκοπίας
Όλοι ήξεραν πως τελικός προορισμός του Rainbow Warrior στον Ειρηνικό ήταν το πεδίο των Γαλλικών πυρηνικών δοκιμών. Η Greenpeace είχε
στείλει τηλεγράφημα στον Γάλλο πρόεδρο Μιτεράν, ενημερώνοντας τον για
τη διαμαρτυρία. Όμως κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι οι Γάλλοι θα
έκαναν μια τέτοια ενέργεια. Μάλιστα όταν ρωτήθηκε ο Steve Sawyer από
ένα αυστραλέζικο κανάλι για το ποιος ήταν υπεύθυνος για την επίθεση,
απάντησε: «Δεν μπορεί να ήταν οι Γάλλοι, δεν μπορεί να ήταν τόσο
ανόητοι!»
Δυο
μέρες μετά το βομβαρδισμό, η Γαλλική πρεσβεία έβγαλε μια ανακοίνωση η
οποία απηχούσε την άρνηση της Γαλλικής Κυβέρνησης για οποιαδήποτε
ανάμιξη. "Σε καμία περίπτωση δεν είναι αναμεμιγμένη η Γαλλία",
δήλωνε. "Η Γαλλική κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει τους αντιπάλους της με
τέτοιους τρόπους". Τα αποδεικτικά στοιχεία και οι καταθέσεις επρόκειτο
να τους διαψεύσουν όλους. Η αστυνομία της Νέας Ζηλανδίας προχωρούσε με γοργούς ρυθμούς στις εξονυχιστικές της έρευνες. Σύντομα μαζεύτηκαν 48 φάκελοι με πάνω από 400 καταθέσεις.
Μέσα σε λίγες μέρες, η αστυνομία αναγνώρισε στα πρόσωπα του Alain και της Sophie Turenge, ζευγαριού, που υποτίθεται ότι βρισκόταν σε ταξίδι του μέλιτος, τους Γάλλους μυστικούς πράκτορες Alain Mafart και Dominique Prieur
και τους συνέλαβε, καθώς επέστρεφαν το φορτηγάκι τους σε μια εταιρεία
ενοικιάσεων του Auckland. Με το μικρό αυτό φορτηγό είχαν συγκεντρώσει
τον απαραίτητο εξοπλισμό και τον είχαν μεταφέρει σε ένα γιοτ, που
αποτέλεσε το ορμητήριο των κατασκόπων.
Το Ouvea,
ένα γιοτ ναυλωμένο από γάλλους, είχε κινήσει τις υποψίες των
αστυνομικών από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε στο λιμάνι του
Auckland. Όπως θυμάται ο τελωνειακός Franc McLean,
“τα μέλη του πληρώματος είχαν στρατιωτικό παρουσιαστικό και
ολοκαίνουρια διαβατήρια χωρίς καμιά άλλη σφραγίδα». Σε πρώτη φάση οι
έρευνες πάνω στο γιοτ δεν οδήγησαν σε κάποια απόδειξη της ανάμιξης του
πληρώματος στη βύθιση του Rainbow Warrior.
Αργότερα, όμως, ανιχνεύθηκαν ίχνη εκρηκτικών ουσιών που
χρησιμοποιήθηκαν κατά την βομβιστική ενέργεια, σε δείγματα που είχαν
πάρει οι αστυνομικοί από το γιοτ. Ήταν όμως πια αργά. Το Ouvea έπλεε ήδη μακριά και μετά από λίγες μέρες εξαφανίστηκε κοντά στην Ταϊτή. Το πλήρωμά του ήταν τρεις Γάλλοι πράκτορες, ο Gerard Andries, o Jean-Michel Bartelo και ο αρχηγός τους Roland Verge,
καθώς και ένας γιατρός ειδικευμένος στα ατυχήματα σε καταδύσεις. Ο
ρόλος τους ήταν η λαθραία εισαγωγή εκρηκτικών, εξοπλισμού καταδύσεων κι
ενός φουσκωτού. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες , μετά την ολοκλήρωση της
αποστολής, το τετραμελές πλήρωμα επιβιβάστηκε σε γαλλικό υποβρύχιο.
Οι καταθέσεις των μαρτύρων αποκάλυψαν ότι ο Bartelo είχε συναντήσει το «ζεύγος Turenge» και μαζί μετέφεραν τον εξοπλισμό στο λιμάνι του Auckland. Όταν ο Bartelo προσέγγισε το Rainbow Warrior με
το φουσκωτό του και βούτηξε στα νερά για να τοποθετήσει τους
εκρηκτικούς μηχανισμούς, μπορεί να πέρασε απαρατήρητος από το πλήρωμα
του πλοίου, όχι όμως και από τους ανθρώπους που βρίσκονταν εκείνη τη
στιγμή στην προβλήτα και στα γύρω πλοία.
Αποκάλυψη τώρα!
Στις 8 Αυγούστου, δύο γαλλικά εβδομαδιαία περιοδικά κατηγόρησαν γάλλους πράκτορες για τη βύθιση του Rainbow Warrior.
Η παγκόσμια κατακραυγή ανάγκασε τη Γαλλική κυβέρνηση να ξεκινήσει τις
δικές της ανακρίσεις. Σε λιγότερο από τρεις εβδομάδες ο επικεφαλής των
ανακρίσεων Bernard Tricot, ανακοίνωσε ότι: "Βάσει των πληροφοριών που έχω αυτή τη στιγμή στα χέρια μου δεν πιστεύω ότι υπάρχει Γαλλική ευθύνη". Ο Tricot
υπαινίχθηκε ότι οι Γάλλοι πράκτορες που συνελήφθησαν στη Ν. Ζηλανδία
ήταν εκεί απλώς για να «κατασκοπεύσουν τις δραστηριότητες της Greenpeace, όχι για να βομβαρδίσουν το πλοίο της.»
Αντί να κατευνάσει τη διεθνή δυσαρέσκεια, η αναφορά του Tricot δυνάμωσε τις φλόγες τις αγανάκτησης. Στις 17 Σεπτεμβρίου νέο δημοσίευμα της εφημερίδας Le Monde ανακοίνωνε ότι δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ο υπουργός Αμύνης Charles Hernu και ο αρχηγός της μυστικής υπηρεσίας DGSE, ναύαρχος Pierre Lacoste
ήταν ενήμεροι για την επιχείρηση και στην πραγματικότητα αυτοί την
κατεύθυναν. Αμέσως διατάχτηκε μια δεύτερη ανάκριση στις 5 Σεπτεμβρίου,
ήταν όμως αδύνατον πια να συγκαλυφθεί η ενοχή της Γαλλίας. Ο ναύαρχος Lacoste
κλήθηκε να καταθέσει αλλά αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις,
ισχυριζόμενος ότι θα “έθετε σε κίνδυνο τις ζωές γάλλων μυστικών
πρακτόρων.”
Δικαιοσύνη …αλλά όχι για όλους
Ένα δεύτερο δημοσίευμα στους Sunday Times του Λονδίνου, το οποίο ισχυριζόταν ότι ο πρόεδρος Mitterand γνώριζε για το σχέδιο της βομβιστικής ενέργειας και έτσι έμμεσα το είχε εγκρίνει, ανάγκασε τον Γάλλο υπουργός Αμύνης Charles Hernu να παραιτηθεί και οδήγησε στην αποπομπή του ναύαρχου Pierre. Μέσα σε λίγες μέρες ο πρωθυπουργός Fabius εμφανίστηκε στην γαλλική τηλεόραση ανακοινώνοντας: «Πράκτορες της DGSE βύθισαν το Rainbow Warrior. Έδρασαν σύμφωνα με οδηγίες. Το γεγονός είχε κρατηθεί μυστικό από τον Bernard Tricot.»
Η δίκη των δύο υπόπτων, του Alain Mafart και της Dominique Prieur,
για φόνο και εμπρησμό, αναμενόταν να απασχολήσει για πολύ καιρό την
παγκόσμια ειδησεογραφία, καθώς θα κατέθεταν πάνω από 100 μάρτυρες. Όμως
η δίκη τελείωσε μέσα σε λίγα λεπτά, καθώς οι κατηγορούμενοι ομολόγησαν
την ενοχή τους για να ελαφρύνουν τις κατηγορίες και καταδικάστηκαν σε
δέκα χρόνια φυλάκιση για την πρώτη κατηγορία και σε επτά για τη
δεύτερη. Η παραδοχή της ενοχής τους εξασφάλισε ότι τα αποτελέσματα της
αστυνομικής έρευνας δε θα γινόντουσαν ποτέ γνωστά στο κοινό.
Τον Ιούνιο του 1986, σε μια πολιτική συμφωνία υπό την επίβλεψη του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Javier Perez de Cuellar, η Γαλλία συμφώνησε να πληρώσει αποζημίωση 13 εκατομμύρια NZ$ (8,5 εκατομμύρια US$) στη Ν. Ζηλανδία και να "ζητήσει συγνώμη" με αντάλλαγμα οι Mafart και Prieur να κρατηθούν στη Γαλλική στρατιωτική βάση του νησιού Hao για τρία χρόνια.
Πριν όμως περάσουν δύο χρόνια, το Μάιο του 1988, οι δύο κατάσκοποι αφέθηκαν ελεύθεροι
και επέστρεψαν στην Γαλλία, όπου τους υποδέχθηκαν σαν ήρωες. Φαίνεται
ότι θεωρήθηκε πως έτσι αποδόθηκε δικαιοσύνη. Σήμερα, είκοσι χρόνια
μετά, η οικογένεια Pereira ακόμα δεν έχει λάβει επίσημη ή ανεπίσημη «συγγνώμη» για το θάνατο του Fernando από κάποιον από τους εμπλεκόμενους. Όπως όμως τονίζει η 29χρονη σήμερα κόρη του Fernando Pereira, Marelle, “ποτέ δεν είναι αργά για τη Γαλλία να πει την αλήθεια, ποτέ δεν είναι αργά για δικαιοσύνη!»