Αθήνα, 24-06-2003
Τον κώδωνα του κινδύνου κρούει η
Greenpeace για τα υψηλά επίπεδα διοξινών που εντόπισε σε μητρικό
γάλα μετά από σχετική έρευνα στην περιοχή του Θριασίου. Η διεθνής
περιβαλλοντική οργάνωση επισημαίνει την ανάγκη για την άμεση
εφαρμογή ενός εθνικού σχεδίου δράσης για την απάλειψη όλων των
πηγών έκλυσης διοξινών, όπως επιτάσσουν άλλωστε οι κοινοτικές
οδηγίες και οι διεθνείς συμφωνίες που έχει υπογράψει η χώρα μας,
προκειμένου να προστατευτεί το περιβάλλον και η δημόσια υγεία.
Η Greenpeace ανέλυσε δείγματα μητρικού γάλακτος που ελήφθησαν
από τρεις γυναίκες στην περιοχή του Θριασίου. Οι αναλύσεις, τις
οποίες πραγματοποίησε για λογαριασμό της Greenpeace το
εξειδικευμένο εργαστήριο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, έδειξαν
σχετικά υψηλά επίπεδα διοξινών και φουρανίων στο μητρικό γάλα και,
συγκεκριμένα, επίπεδα από 18,6 έως 32 pg ΤΕQ/g λίπους μητρικού
γάλακτος (μέσος όρος 24,48 pg ΤΕQ/g). Τα επίπεδα αυτά είναι
συγκρίσιμα με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο για βιομηχανικές περιοχές, της
περασμένης όμως δεκαετίας, ενώ πιο πρόσφατες μελέτες σε ευρωπαϊκές
χώρες έδειξαν επίπεδα που κυμαίνονταν από 8 έως 16 pg ΤΕQ/g
(δεδομένου ότι υπάρχει μία τάση μείωσης των επιπέδων τα τελευταία
χρόνια λόγω λήψης σχετικών μέτρων). Σημειώνουμε ότι πρόσφατα, ο
ΕΦΕΤ (Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Τροφίμων) ανέλυσε ένα επιπλέον δείγμα
μητρικού γάλακτος στο οποίο ανιχνεύτηκαν χαμηλότερα επίπεδα
διοξινών (7,73 pg ΤΕQ/g).
"Η έρευνα της Greenpeace πιστοποίησε αυτό που ήταν αναμενόμενο.
Οι διοξίνες που εκλύονται από διάφορες πηγές, περνούν μέσω της
τροφικής αλυσίδας στον ανθρώπινο οργανισμό και μέσω του μητρικού
γάλακτος στα νεογέννητα βρέφη. Αν θέλουμε να σπάσουμε αυτή την
τοξική αλυσίδα, πρέπει να παρέμβουμε στις πηγές της ρύπανσης και
για να συμβεί αυτό απαιτείται μία σαφής και ολοκληρωμένη πολιτική
εξάλειψης των διοξινών, πολιτική που σήμερα απουσιάζει", επεσήμανε
ο Νίκος Χαραλαμπίδης, διευθυντής του ελληνικού γραφείου της
Greenpeace.
Παράλληλα, η Greenpeace διευκρινίζει πως τα αποτελέσματα αυτά σε
καμιά περίπτωση δεν σημαίνουν πως οι γυναίκες θα πρέπει να είναι
επιφυλακτικές με τον θηλασμό, αφού τα πλεονεκτήματα του θηλασμού
είναι πολλαπλά και τον καθιστούν αναντικατάστατο για την ομαλή
ανάπτυξη των παιδιών, όπως άλλωστε κατ' επανάληψη επεσήμανε και η
Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας.
Οι διοξίνες δηµιουργούνται βασικά ως ακούσια παραπροϊόντα σε
πολλές χηµικές διεργασίες, καθώς και σε κάθε σχεδόν διεργασία
καύσης. Γενικά, οι διοξίνες παράγονται όταν το χλώριο αντιδράσει με
οργανική ύλη. Οι υψηλές θερμοκρασίες και η παρουσία ορισμένων
μετάλλων, που δρουν ως καταλύτες, ευνοούν τη δημιουργία των
επικίνδυνων αυτών ουσιών. Η σηµαντικότερη οδός έκθεσης στις
διοξίνες είναι η κατανάλωση τροφίµων, συµµετέχοντας µε ποσοστό άνω
του 90% στη συνολική έκθεση. Τα ιχθυηρά και άλλα προϊόντα ζωικής
προέλευσης είναι υπεύθυνα για το 80% περίπου της συνολικής
έκθεσης.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, κατά τη διάρκεια του
θηλασμού (έξι μήνες κατά μέσο όρο), τα βρέφη παίρνουν το 5% περίπου
της συνολικής δόσης διοξινών για όλη τους τη ζωή. Για να
καταλάβουμε πόσο σημαντικό είναι να μην εκτίθενται τα βρέφη σε
διοξίνες, αρκεί να πούμε τα εξής: Ένας ενήλικας παίρνει κατά μέσο
όρο από τη διατροφή του καθημερινά περίπου 2 pg TEQ διοξινών για
κάθε κιλό βάρος του. Ένα μωρό 2 μηνών παίρνει καθημερινά 110 pg TEQ
διοξινών για κάθε κιλό βάρος του, ενώ στους 10 μήνες παίρνει
καθημερινά 26 pg TEQ διοξινών για κάθε κιλό βάρος του. Δεδομένου
ότι οι διοξίνες μπορούν να επηρεάσουν την ομαλή ανάπτυξη του
βρέφους, καταλαβαίνει κανείς ότι το θέμα είναι εξαιρετικά
σοβαρό.
Όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, "οι τοξικές ιδιότητες
φαίνεται να έχουν υποτιμηθεί αφού έχουν προκύψει νέα επιδημιολογικά
και τοξικολογικά δεδομένα, ειδικά σε σχέση με τις επιδράσεις στην
ανάπτυξη του νευρικού συστήματος, στο αναπαραγωγικό και το
ενδοκρινικό σύστημα, τα οποία δείχνουν ότι οι διοξίνες και ορισμένα
PCBs έχουν ευρύτερες επιπτώσεις στην υγεία απ' ότι εθεωρείτο στο
παρελθόν, ακόμη και σε πολύ μικρές δόσεις και ειδικά στις πλέον
ευάλωτες ομάδες, όπως νεογνά που θηλάζουν και έμβρυα, τα οποία
εκτίθενται άμεσα στα συσσωρευμένα φορτία του μητρικού σώματος... Η
έκθεση δια της τροφής στις διοξίνες και στα ανάλογα προς τις
διοξίνες PCBs υπερβαίνει την ανεκτή ημερήσια πρόσληψη σε σημαντικό
τμήμα του ευρωπαϊκού πληθυσμού" (Στρατηγική της Κοινότητας για τις
διοξίνες, τα φουράνια και τα πολυχλωριωμένα διφαινύλια - PCBs,
24.10.2001).
Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών έχουν ληφθεί τα
τελευταία χρόνια πολλές σημαντικές αποφάσεις σε διεθνές επίπεδο.
Αναφέρουμε χαρακτηριστικά τη Σύµβαση της Στοκχόλµης (Σύµβαση για
τους Ανθεκτικούς Οργανικούς Ρύπους - POPs), που υπεγράφη τον Μάιο
του 2001, και έχει σκοπό τη µείωση της συνολικής απελευθέρωσης
διοξινών, φουρανίων και PCBs, µε στόχο τη συνεχή ελαχιστοποίησή
τους και, όπου είναι εφικτό, την πλήρη εξάλειψή τους.
Παρόλο που έχει σηµειωθεί αρκετή πρόοδος στη µείωση των εκποµπών
διοξινών και PCBs στο περιβάλλον τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή
Επιτροπή επισημαίνει πως ο στόχος που καθορίστηκε στο Πέμπτο
Κοινοτικό Πρόγραμμα Δράσης για το Περιβάλλον (μείωση των εκλύσεων
κατά 90% την περίοδο 1985-2005) δεν θα επιτευχθεί. Γι' αυτό,
υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω αντιµετώπιση του προβλήµατος
προκειµένου να προστατευθεί η ανθρώπινη υγεία. Για τη µείωση της
πρόσληψης από τον άνθρωπο είναι σηµαντικό να µειωθούν τα επίπεδα
στην τροφική αλυσίδα διότι η κατανάλωση τροφής είναι η πλέον
σηµαντική οδός για την ανθρώπινη έκθεση (90% της συνολικής
έκθεσης). Ο πιο αποτελεσµατικός τρόπος να µειωθούν τα επίπεδα στην
τροφική αλυσίδα είναι η µείωση της ρύπανσης του περιβάλλοντος. Αυτό
πρέπει να πραγµατοποιηθεί µε:
[1] Την αποφυγή νέων εκποµπών στο περιβάλλον
[2] Την αντιµετώπιση της "ιστορικής ρύπανσης".
Εθνική πολιτική εξάλειψης των διοξινών: τα απαραίτητα βήματα
ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ
Καταγραφή και αξιολόγηση του προβλήματος
Απαιτείται η άμεση σύνταξη ενός καταλόγου εκλύσεων και εκπομπών
διοξινών, έτσι ώστε να αναγνωριστούν και να αξιολογηθούν οι πηγές
έκλυσης των επικίνδυνων αυτών ουσιών. Η καταγραφή αυτή θα πρέπει να
γίνει παράλληλα με τις αντίστοιχες αναφορές εκπομπών που
προβλέπονται από την Οδηγία για την Ολοκληρωμένη Πρόληψη και Έλεγχο
της Ρύπανσης (ΟΠΕΡ-IPPC), τα χρονοδιαγράμματα όμως θα πρέπει να
είναι πιο στενά (η καταγραφή μέσω του μηχανισμού της Οδηγίας
χρειάζεται μία πενταετία για να ολοκληρωθεί και να περιλάβει όλες
τις πηγές ρύπανσης, άρα απαιτείται ανεξάρτητος και πιο ευέλικτος
μηχανισμός). Είναι θετικό ότι άρχισε επιτέλους στην Ελλάδα η
καταγραφή των επιπέδων διοξινών στα τρόφιμα (από τον ΕΦΕΤ), ενώ
έχουν εξοπλιστεί κατάλληλα για αναλύσεις διοξινών και κάποια
εργαστήρια (όπως ο Δημόκριτος, το Εθνικό Αστεροσκοπείο και το
Γενικό Χημείο του Κράτους). Απαιτείται πάντως η περαιτέρω ενίσχυση
των εργαστηρίων αυτών για να μπορούν να ανταπεξέλθουν πληρέστερα
στις ανάγκες μιας τέτοιας καταγραφής.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΒΗΜΑ
Κατάρτιση συγκεκριμένου προγράμματος για την εξάλειψη των
διοξινών
Αυτό στην πράξη σημαίνει τα εξής:
1. Καθορισμός εθνικού στόχου
(π.χ. μείωση κατά 75% σε μια πενταετία, 90% σε μια δεκαετία,
πλήρης εξάλειψη το αργότερο ως το 2020)
2. Πάγωμα αδειοδότησης νέων πηγών έκλυσης διοξινών
(π.χ. κάθε νέα επένδυση θα πρέπει να εγκρίνεται μόνο με την
προϋπόθεση ότι έχουν ληφθεί μέτρα για να αποφευχθεί η έκλυση
διοξινών)
3. Σταδιακή απάλειψη των υπαρχουσών πηγών διοξινών
(π.χ. κλείσιμο ανεξέλεγκτων χωματερών, εφαρμογή νέων τεχνολογιών
σε όσες χαλυβουργίες δεν λαμβάνουν σχετικά μέτρα, περιορισμός της
χρήσης χλωριωμένων πλαστικών PVC, κλπ)
ΤΡΙΤΟ ΒΗΜΑ
Σταδιακή κατάργηση των χλωριωμένων προϊόντων
Για να παραχθούν διοξίνες χρειάζεται μια πηγή χλωρίου. Η
κατάργηση των επικίνδυνων χλωριωμένων προϊόντων είναι απαραίτητος
όρος και αναγκαία συνθήκη για την οριστική εξάλειψη των διοξινών.
Στην κατεύθυνση αυτή επιβάλεται ο περιορισμός της χρήσης και εν
τέλει η κατάργηση συγκεκριμένων χλωριωμένων προϊόντων όπως π.χ. τα
πλαστικά PVC.
Σημειώσεις
Επίπεδα διοξινών σε μητρικό γάλα
(σε pg TEQ/g λίπους)
Μέσος ευρωπαϊκός όρος
Μέσος όρος δειγμάτων
στην Ελλάδα
1990-1994
1995-1999
2003
18-34
8-16
20,3
Διοξίνες και ανθρώπινη υγεία
Οι διοξίνες είναι μια κατηγορία 75 ουσιών που περιέχουν χλώριο.
Συνήθως στην ίδια κατηγορία κατατάσσονται και εκατοντάδες άλλες
συγγενείς ουσίες όπως τα φουράνια και τα PCBs (κλοφέν). Για να
υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης της τοξικότητας όλων αυτών των ουσιών,
συνήθως εκφράζονται ως ισοδύναμο της πιο τοξικής διοξίνης, η οποία
είναι γνωστή και ως "διοξίνη του Σεβέζο" (TCDD). Οι διοξίνες δεν
είναι κάποιο χρήσιμο προϊόν της χημικής βιομηχανίας, αλλά άχρηστα
και επικίνδυνα παραπροϊόντα των διεργασιών όπου εμπλέκεται το
χλώριο.
Ορισµένοι τύποι καρκίνου, καθώς και η εµφάνιση γενικευµένου
καρκίνου, έχουν συνδεθεί µε την τυχαία ή την στο εργασιακό
περιβάλλον οφειλόµενη έκθεση στις διοξίνες (κυρίως την
επονομαζόμενη και "διοξίνη του Σεβέζο" -TCDD). Επιπλέον, έχουν
αναφερθεί αυξηµένα ποσοστά εµφάνισης διαβήτη και αυξηµένη
θνησιµότητα από διαβήτη και καρδιαγγειακές νόσους. Σε παιδιά που
έχουν εκτεθεί ενδοµητρίως σε διοξίνες ή και PCBs, έχουν παρατηρηθεί
επιδράσεις στην ανάπτυξη και λειτουργία του νευρικού συστήµατος
καθώς και επιδράσεις στην κατάσταση των θυρεοειδικών ορµονών για
εκθέσεις κοντά στα συνήθως απαντώμενα επίπεδα. Σε υψηλότερες
εκθέσεις, που οφείλονται σε τυχαία περιστατικά ή στο εργασιακό
περιβάλλον, παιδιά που εκτέθηκαν µέσω του πλακούντα σε PCBs και
διοξίνες παρουσιάζουν δερµατικές ανωµαλίες (όπως χλωρακµή),
απασβέστωση των δοντιών, καθυστέρηση στην ανάπτυξη, διαταραχές στη
συµπεριφορά, µείωση του µήκους του πέους κατά την εφηβεία, µειωµένο
ύψος στα κορίτσια κατά την εφηβεία και απώλεια ακοής. Στην περιοχή
του Σεβέζο, έχει παρατηρηθεί µια µετατόπιση στην αναλογία των δύο
φύλων υπέρ του θηλυκού γένους, όταν οι πατέρες είχαν εκτεθεί σε
διοξίνες. Παρόλο που η διοξίνη TCDD είναι γνωστή ως καρκινογόνος
ουσία για τον άνθρωπο, ο καρκίνος δεν θεωρείται ως η χειρότερη
επίπτωση της έκθεσης σε διοξίνες. Οι κρίσιµες επιπτώσεις είναι οι
αλλαγές στη λειτουργία του νευρικού συστήµατος, η ενδοµητρίωση και
η ανοσοκαταστολή. Τα PCBs ταξινοµούνται ως πιθανά καρκινογόνα για
τον άνθρωπο και παράγουν ένα ευρύ φάσµα δυσµενών επιδράσεων στα
ζώα, συµπεριλαµβανοµένης της τοξικότητας στην αναπαραγωγή, της
ανοσοτοξικότητας και της καρκινογένεσης.