ΔΙΑΡΡΟΗ ΤΟΞΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ (24/1/2002)

δελτίο τύπου - 24 Ιανουαρίου, 2002

Αθήνα, 24-1-2002

Η υπόθεση διαρροής τοξικών ουσιών από το πρόσφατο ατύχημα στη μονάδα της ΔΕΗ, όχι μόνο είναι εξαιρετικά σοβαρή ως προς τις επιπτώσεις της, αλλά κατέδειξε για ακόμη μια φορά την απουσία μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την ασφαλή διαχείριση των τοξικών ουσιών. Αυτό επισημαίνει η διεθνής περιβαλλοντική οργάνωση Greenpeace, τονίζοντας την ανάγκη να εφαρμοστεί επιτέλους και στην Ελλάδα η σχετική κοινοτική νομοθεσία και να ξεκινήσουν συστηματικές εργαστηριακές αναλύσεις για διοξίνες, κλοφέν και συγγενείς προς αυτά τοξικές ουσίες.

Σύμφωνα με στοιχεία της ίδιας της ΔΕΗ, κατά τη διάρκεια του ατυχήματος κάηκαν δύο πυκνωτές που περιείχαν 30 λίτρα μονωτικού λαδιού ο καθένας. Έγινε μάλιστα και αναφορά ως προς την περιεκτικότητα του μονωτικού λαδιού σε PCBs (χλωριωμένα διφαινύλια), ουσίες που είναι γνωστές και με τις εμπορικές ονομασίες "κλοφέν", "αροκλόρ" "ασκαρέλ", κ.λπ. Σύμφωνα με τη ΔΕΗ, οι εν λόγω πυκνωτές περιείχαν 15% PCBs και συγκεκριμένα το εμπορικό σκεύασμα Arochlor 1232. To σωστότερο επομένως είναι να αναφερόμαστε σε "αροκλόρ" και όχι σε "κλοφέν".

Όταν τα PCBs καίγονται σε παρόμοια ατυχήματα, παράγονται οι συγγενείς προς αυτά διοξίνες. Με βάση τα στοιχεία της ΔΕΗ, η Greenpeace υπολόγισε την ποσότητα των διοξινών που παρήχθησαν λαμβάνοντας υπ' όψιν παρόμοια ατυχήματα σε άλλες χώρες και χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία της Αμερικανικής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος (ΕΡΑ).

Έτσι λοιπόν από την καύση των δύο πυκνωτών που περιείχαν περίπου 11 κιλά Arochlor 1232, παρήχθησαν 0,22 μιλιγκράμ διοξινών (0,22 mg I-TEQ). Η ποσότητα αυτή αν και ακούγεται πολύ μικρή, είναι εν τούτοις εξαιρετικά επικίνδυνη.

Δεν υπάρχει κάποιο ασφαλές όριο κάτω από το οποίο να μη κινδυνεύει κανείς από την έκθεση σε διοξίνες. Επειδή όμως εκτιθέμεθα ούτως ή άλλως σε πολλές πηγές διοξινών, η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας όρισε ως "ανεκτή" δόση την πρόσληψη 1-4 τρισεκατομμυριοστών του γραμμαρίου (pg) ανά κιλό βάρους ανά μέρα, ως τη δόση εκείνη που με τα σημερινά δεδομένα μπορεί να χαρακτηρισθεί ως "κοινωνικά αποδεκτή". Αυτό σημαίνει ότι ένα άτομο βάρους 60 κιλών δεν θα πρέπει να δέχεται πάνω από 60-240 pg ημερησίως. Σε κάποιες χώρες, π.χ. ΗΠΑ, ισχύουν ακόμη αυστηρότερα όρια. Σε πρόσφατη (2001) έκθεση της αμερικανικής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος (ΕΡΑ), αναφέρεται πως η επικινδυνότητα των διοξινών είναι τουλάχιστον δεκαπλάσια αυτής που μέχρι σήμερα πιστεύαμε.

Στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος υιοθετήθηκε τον Ιούλιο του 2001, είναι η εβδομαδιαία πρόσληψη διοξινών να μη υπερβαίνει τα 14 pg ανά κιλό βάρους (δηλαδή τα 2 pg ανά κιλό βάρους ημερησίως).

"Η ποσότητα διοξίνης που διέφυγε από το ατύχημα στην Κοζάνη, θεωρητικά αρκεί για να ξεπεραστεί η ημερήσια επιτρεπτή δόση για πάνω από 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους. Και λέμε θεωρητικά γιατί η σημαντικότερη οδός πρόσληψης διοξινών είναι μέσω της τροφικής αλυσίδας. Επί της ουσίας πάντως αυτοί που θα πρέπει να ανησυχούν πρωτίστως είναι οι εργαζόμενοι στη μονάδα της ΔΕΗ, γι' αυτό και επιβάλλεται συστηματική παρακολούθησή τους ως προς τα επίπεδα διοξινών και PCBs στο αίμα τους και γενικά τους λιπώδεις ιστούς", επεσήμανε ο Νίκος Χαραλαμπίδης, διευθυντής του ελληνικού γραφείου της Greenpeace.

Η Ελλάδα δεν έχει ολοκληρωμένη και συνεκτική πολιτική για την εξάλειψη των διοξινών. Παρά το διατροφικό σκάνδαλο του Βελγίου, το 1999, και παρά τις συνεχείς επισημάνσεις της Greenpeace, όχι μόνο δεν υπάρχει ξεκάθαρη πολιτική αλλά υπάρχει και άγνοια του πραγματικού μεγέθους του προβλήματος. Ακόμη και σήμερα στην Ελλάδα δεν έχουν εξοπλιστεί πλήρως τα κατάλληλα εργαστήρια και φυσικά δεν πραγματοποιούνται οι σχετικοί έλεγχοι για διοξίνες. Το θετικό είναι ότι διασφαλίστηκε κάποιος ελάχιστος εξοπλισμός δύο εργαστηρίων (στο Δημόκριτο και το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών αντίστοιχα) τα οποία όμως δεν λειτουργούν ακόμη επαρκώς. Πρόσφατα, διασφαλίστηκε κάποια επιπλέον χρηματοδότηση για το εργαστήριο του Δημοκρίτου. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με το εργαστήριο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, αφού για την ολοκλήρωσή του απαιτούνται επιπλέον κονδύλια ύψους 150-170 εκατ. δραχμών.

"H Greenpeace ζητά απλώς το αυτονόητο. Να εφαρμοστεί επιτέλους η κοινοτική στρατηγική και νομοθεσία για την εξάλειψη των διοξινών και των PCBs. Και για να γίνει αυτό πρέπει κατ' ελάχιστον να μπορούμε να μετράμε τις διοξίνες και τα PCBs σε ανθρώπινους ιστούς ή στο περιβάλλον. Όσο για την πλήρη εξάλειψη των ουσιών αυτών, οι τεχνικές λύσεις υπάρχουν και τις έχουμε καταθέσει επανειλημμένως στα αρμόδια υπουργεία. Εκείνο που απουσιάζει ακόμη μια φορά είναι τα συγκεκριμένα μέτρα και η διάθεση για ουσιαστικές αλλαγές στο σημερινό απαράδεκτο καθεστώς", τόνισε ο Νίκος Χαραλαμπίδης.

Σημειώσεις προς συντάκτες

1. Τι είναι τα PCBs

Τα PCBs (χλωριωμένα διφαινύλια) είναι μια οικογένεια 209 ενώσεων, στα εμπορικά σκευάσματα όμως ανιχνεύονται περί τις 130. Ένα σύνηθες εμπορικό σκεύασμα είναι μίγμα έως και 50 διαφορετικών PCBs. Η περιεκτικότητα των PCBs σε χλώριο κυμαίνεται από 20-60%. Συγκαταλέγονται στις πιο τοξικές και επικίνδυνες ουσίες που γνωρίζει ο άνθρωπος. Χρησιμοποιούνται ως μονωτικό λάδι πυκνωτών και μετασχηματιστών, ως λιπαντικό αντλιών κενού, κομπρεσέρ και ως υδραυλικά υγρά, ως πλαστικοποιητές σε χρώματα, ως πρόσθετα σε ορυκτέλαια κ.λπ. Η παραγωγή τους έχει πρακτικά σταματήσει αν και υπάρχουν αναφορές πως συνεχίζεται ακόμη στη Ρωσία. Από τους εκατοντάδες χιλιάδες τόνους που έχουν παραχθεί και βρίσκονται ακόμη σε χρήση, εκτιμάται πως το 1/3 περίπου έχει διαφύγει ήδη στο περιβάλλον.

Η έκθεση με οποιοδήποτε τρόπο στις ουσίες αυτές (αναπνοή, κατάποση, επαφή με το δέρμα) μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές, όπως δερματολογικές παθήσεις (χλωρακμή), μείωση σχηματισμού ερυθρών αιμοσφαιρίων, αλλαγές στο μεταβολισμό, αποβολές σε εγκύους, βλάβες σε διάφορα όργανα και κυρίως στο συκώτι, εξασθένηση του ανοσοποιητικού συστήματος, βλάβες στην αναπαραγωγή, καρκίνο κ.λπ.

Όταν καούν τα PCBs παράγονται διοξίνες που είναι συγγενείς μ' αυτά οργανοχλωριωμένες ενώσεις.

Τα PCBs περιλαμβάνονται στην λεγόμενη "Βρώμικη Δωδεκάδα", μια λίστα που περιλαμβάνει τις πιο τοξικές ενώσεις και την οποία συνέταξε το Πρόγραμμα Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Εθνών (UNEP). Τον Μάιο του 2001, η Διεθνής Σύμβαση της Στοκχόλμης απαγόρεψε την παραγωγή και χρήση PCBs σε όλο τον κόσμο, ζητώντας την απόσυρση και καταστροφή τους σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Το 1985, η χρήση των PCBs απαγορεύτηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση με την οδηγία 85/467/ΕΟΚ. 'Αλλη κοινοτική οδηγία (96/59/ΕΚ) στοχεύει σε πλήρη απαλλαγή από PCBs και εξοπλισμό που περιέχει PCBs όσο το δυνατόν συντομότερα και για τον μεγάλο εξοπλισμό πριν από το τέλος του 2010.

Η εθνική νομοθεσία, εναρμονιζόμενη έστω και καθυστερημένα με την κοινοτική, περιορίζει τη χρήση τους. Μεγάλες ποσότητες βρίσκονται ακόμη σε χρήση ή πλημμελώς αποθηκευμένες και συνιστούν μια εν δυνάμει απειλή για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία. H Ελλάδα δεν διαθέτει ακόμη την τεχνογνωσία για την καταστροφή των PCBs. Έτσι εξάγει κατά καιρούς ποσότητες PCBs για καύση στο εξωτερικό. Σύμφωνα με στοιχεία του ΥΠΕΧΩΔΕ, την περίοδο 1991-98 εξήχθησαν για καταστροφή 794 τόνοι PCBs και εξοπλισμού που περιέχει PCBs. Η καταστροφή έγινε σε μονάδες καύσης στη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Ακόμα και η τακτική αυτή όμως έχει ατονήσει τα τελευταία χρόνια λόγω υψηλού κόστους. Να τονίσουμε ότι σήμερα παρέχονται ασφαλείς τεχνολογίες (εναλλακτικές της καύσης δηλαδή) πολλές από τις οποίες μάλιστα μπορούν να εφαρμοστούν επί τόπου, αποφεύγοντας έτσι τη μεταφορά των επικίνδυνων φορτίων PCBs.

2. Οι επιπτώσεις από έκθεση σε διοξίνες

Βιοχημικές έρευνες έχουν δείξει πως οι διοξίνες δρουν ως ισχυρές "περιβαλλοντικές ορμόνες". Όπως και οι φυσικές ορμόνες, οι διοξίνες μπορούν να διαπεράσουν τη μεμβράνη των κυττάρων και να αλλάξουν τη δράση των γονιδίων που ρυθμίζουν τη διαδικασία της ανάπτυξης. Ακόμη και απειροελάχιστες συγκεντρώσεις διοξινών μπορούν να επηρεάσουν το ανοσοποιητικό και νευρικό σύστημα των οργανισμών. Σε πειραματόζωα, η έκθεση σε διοξίνες έχει προκαλέσει ένα ευρύ φάσμα τοξικολογικών επιπτώσεων. Μερικές απ' αυτές εμφανίστηκαν σε εξαιρετικά μικρές δόσεις διοξινών, της τάξης των λίγων τρισεκατομμυριοστών του γραμμαρίου. Στις επιπτώσεις αυτές συγκαταλέγονται η ενδομητρίωση και η ενίσχυση θηλυκών χαρακτηριστικών σε αρσενικά πειραματόζωα. Κάποιες διοξίνες μπορούν ακόμη να προκαλέσουν καρκίνο, όπως καταδεικνύεται από πολλές πρόσφατες μελέτες. Έρευνα που δημοσιεύτηκε στο ιατρικό επιστημονικό περιοδικό Lancet τον Μάϊο του 2000 και αφορά στις επιπτώσεις των διοξινών στην ευρύτερη περιοχή του Σεβέζο της Ιταλίας (όπου είχε υπάρξει σημαντική έκλυση διοξίνης το 1976) έδειξε πως η έκθεση του πληθυσμού στις διοξίνες έχει επηρεάσει σημαντικά τον καθορισμό του φύλου των νεογέννητων παιδιών. Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε μία σημαντική αύξηση των γεννήσεων κοριτσιών στις περιπτώσεις εκείνες που ο πατέρας είχε εκτεθεί σε υψηλά επίπεδα διοξίνης.

Κατηγορίες