ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ ΔΙΟΞΙΝΩΝ - (6/2/2001)

Στρώνουν με διοξίνες την Αττική Οδό

δελτίο τύπου - 6 Φεβρουαρίου, 2001

Αθήνα, 6-2-2001

Ο δρόμος προς το νέο αεροδρόμιο της Αθήνας είναι στρωμένος με διοξίνες καταγγέλλει η Greenpeace, επισημαίνοντας ότι πρέπει να αλλάξει επειγόντως η ποιότητα των υλικών που χρησιμοποιούνται, προκειμένου να προστατευτεί το περιβάλλον και η δημόσια υγεία. Οι διοξίνες προέρχονται από τη μεταλλουργική σκουριά που χρησιμοποιείται ως αντιολισθηρός ασφαλτοτάπητας στην Αττική Οδό. Η συγκεκριμένη σκουριά είναι απόβλητο της Ελληνικής Χαλυβουργίας και, όπως έδειξαν οι αναλύσεις, τόσο της Greenpeace όσο και της εμπλεκόμενης εταιρείας, περιέχει υψηλές συγκεντρώσεις διοξινών.

"Καλούμε το ΥΠΕΧΩΔΕ και την Κοινοπραξία της Αττικής Οδού να διασφαλίσουν ότι η επίστρωση του νέου δρόμου θα γίνει με ασφαλή υλικά, τα οποία ευτυχώς διατίθενται επαρκώς στην ελληνική αγορά. Ο κίνδυνος από την εισπνοή και κατάποση διοξινών λόγω φθοράς του δρόμου είναι μεν μακροχρόνιος, πλην όμως δεν είναι αμελητέος. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να επιβαρύνεται κατ' αυτόν τον τρόπο το περιβάλλον και η δημόσια υγεία. Για μια ακόμη φορά επισημαίνουμε την απουσία εθνικής πολιτικής για την εξάλειψη των διοξινών, γεγονός που οδηγεί σε αποσπασματικές και ενίοτε επικίνδυνες διαχειριστικές λύσεις", τόνισε ο Στέλιος Ψωμάς, διευθυντής του ελληνικού γραφείου της Greenpeace.

Το θέμα της παρουσίας διοξινών στη συγκεκριμένη σκουριά είχε φέρει στη δημοσιότητα η Greenpeace ήδη από τον Οκτώβριο του 1999, ζητώντας από το ΥΠΕΧΩΔΕ να προχωρήσει σε μια ασφαλή και ορθολογική διαχείριση αυτών των αποβλήτων.

Ο υπουργός ΠΕΧΩΔΕ Κ. Λαλιώτης, σε απάντησή του στη Βουλή στις 24-11-1999, σε σχετική επερώτηση που είχε καταθέσει ο βουλευτής Σ. Δανέλλης, είχε πει τότε τα εξής: "Μετά τις καταγγελίες της Greenpeace το ΥΠΕΧΩΔΕ ζήτησε από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δυτικής Αττικής την πραγματοποίηση δειγματοληψιών και αναλύσεων προκειμένου να εξετασθεί η περιεκτικότητα των αποβλήτων σε διοξίνες και να συσχετιστούν τα αποτελέσματα... Το ΥΠΕΧΩΔΕ σε συνεργασία με τους περιβαλλοντικούς φορείς μεταξύ των οποίων και η Greenpeace, θα αποδεχθεί την οποιαδήποτε πρόταση έχει στόχο την πιο ορθολογική και πιο οικολογική διαχείριση, από αυτήν που έχει επιλέξει η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δυτικής Αττικής".

Βιοχημικές έρευνες έχουν δείξει πως οι διοξίνες δρουν ως ισχυρές "περιβαλλοντικές ορμόνες". Όπως και οι φυσικές ορμόνες, οι διοξίνες μπορούν να διαπεράσουν τη μεμβράνη των κυττάρων και να αλλάξουν τη δράση των γονιδίων που ρυθμίζουν τη διαδικασία της ανάπτυξης. Ακόμη και απειροελάχιστες συγκεντρώσεις διοξινών μπορούν να επηρεάσουν το ανοσιοποιητικό και νευρικό σύστημα των οργανισμών. Σε πειραματόζωα, η έκθεση σε διοξίνες έχει προκαλέσει ένα ευρύ φάσμα τοξικολογικών επιπτώσεων. Μερικές απ' αυτές εμφανίστηκαν σε εξαιρετικά μικρές δόσεις διοξινών, της τάξης των λίγων τρισεκατομμυριοστών του γραμμαρίου. Στις επιπτώσεις αυτές συγκαταλέγονται η ενδομητρίωση και η ενίσχυση θηλυκών χαρακτηριστικών σε αρσενικά πειραματόζωα. Κάποιες διοξίνες μπορούν ακόμη να προκαλέσουν καρκίνο, όπως καταδεικνύεται από πολλές πρόσφατες μελέτες.

Σημειώσεις:

Σε χώρο 27 στρεμμάτων απέναντι από τις εγκαταστάσεις της Ελληνικής Χαλυβουργίας Α.Ε. (δίπλα ακριβώς στα διυλιστήρια Ασπροπύργου), έχει εναποτεθεί την τελευταία εικοσαετία σωρός αποβλήτων (εκκαμινευμάτων) της εταιρείας. Τα απόβλητα αυτά είναι κυρίως σκουριές αλλά και σκόνες από τα φίλτρα της βιομηχανίας. Μετά την από 10-7-1997 δημοπράτηση από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δυτικής Αττικής του έργου "Διαχείριση εκκαμινευμάτων Ελληνικής Χαλυβουργίας Α.Ε.", το οποίο χρηματοδοτείται από τα ειδικά κοινοτικά κονδύλια RESIDER II για το περιβάλλον, προϋπολογισμού 480.000.000 δρχ., η εταιρεία ΙΛΙΟΝ ΕΛΛΚΑΤ ΑΤΕ ανέλαβε με την υπ' αριθμόν 58/10-4-98 σύμβαση με τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δυτικής Αττικής, την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου. Η "διαχείριση" των αποβλήτων εξαντλείται στον τεμαχισμό τους, ενώ στη συνέχεια πωλούνται έναντι υψηλού τιμήματος στην Κοινοπραξία της Αττικής Οδού για να χρησιμοποιηθούν ως αντιολισθηρό υλικό.

Να σημειωθεί, ότι τόσο η εταιρεία, όσο και οι αρμόδιες κρατικές αρχές θεωρούν τη σκουριά ως "αδρανές υλικό". Οι αναλύσεις όμως της Greenpeace έδειξαν ότι τα απόβλητα της Ελληνικής Χαλυβουργίας κάθε άλλο παρά αδρανή είναι. Η Greenpeace πήρε δείγματα από το σωρό των αποβλήτων (συγκεκριμένα σκουριές που θεωρούνται "αδρανείς") και τις ανέλυσε σε ανεξάρτητο αναγνωρισμένο εργαστήριο της Γερμανίας (GfA Gesellschaft fuer Arbeitsplatz und Umweltanalytik mbH) για διοξίνες. Να σημειωθεί ότι η ανάλυση έγινε σε σκουριές και όχι σε σκόνες σακόφιλτρων, στις οποίες κατά τεκμήριο η συγκέντρωση διοξινών θα ήταν πολλές τάξεις μεγέθους μεγαλύτερη. Ο λόγος που έγινε ανάλυση για διοξίνες είναι ότι η Ελληνική Χαλυβουργία χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη σκραπ, παλαιοσίδηρα δηλαδή στα οποία υπάρχουν μεγάλες ποσότητες πλαστικών PVC (π.χ. από παλιά αυτοκίνητα), υπολείμματα βιομηχανικών ελαίων κοπής με χλωριωμένα συστατικά κ.λπ. Η παρουσία των προσμίξεων αυτών έχει ως αποτέλεσμα να παράγονται διοξίνες και φουράνια κατά την παραγωγική διαδικασία, η οποία άλλωστε γίνεται σε υψηλές θερμοκρασίες, κάτι που ευνοεί την παραγωγή διοξινών.

Οι αναλύσεις της Greenpeace έδειξαν την παρουσία 2.136 πικογραμμαρίων (pg, τρισεκατομμυριοστών του γραμμαρίου) διοξινών και φουρανίων ανά γραμμάριο αποβλήτων (ή εκφρασμένο σε ισοδύναμο της πιο τοξικής διοξίνης TCDD, 36,9 πικογραμμαρίων (pg I-TEQ) διοξίνης ανά γραμμάριο αποβλήτων). Αν το δείγμα αυτό είναι χαρακτηριστικό του συνολικού όγκου των αποβλήτων, αυτό σημαίνει ότι ο σωρός των αποβλήτων περιέχει πάνω από 2 κιλά διοξινών και φουρανίων (ή εκφρασμένο σε ισοδύναμο της πιο τοξικής διοξίνης TCDD, περίπου 37 γραμμάρια διοξίνης), μια ποσότητα εξαιρετικά μεγάλη.

Στις 11-4-2000, το Νορβηγικό Ινστιτούτο NILU παρέδωσε τα αποτελέσματα των αναλύσεων που έγιναν για λογαριασμό της Κοινοπραξίας "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ" σε επεξεργασμένη σκουριά (στο τελικό δηλαδή προϊόν που είναι απαλλαγμένο από σκόνες και χώματα). Οι αναλύσεις αυτές έδειξαν ότι η επεξεργασμένη σκουριά περιέχει 19,9 πικογραμμάρια (pg I-TEQ) διοξίνης ανά γραμμάριο. Η ΙΛΙΟΝ ΕΛΛΚΑΤ έστειλε αυτά τα αποτελέσματα για αξιολόγηση σε εργαστήριο της Αγγλίας (EUS Laboratories) και στις 13-6-2000 πήρε την απάντηση πως το εν λόγω υλικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ασφαλτοτάπητα.

Ατυχώς όμως, η αξιολόγηση αυτή είναι πλημμελής και βασίζεται σε παρωχημένα στοιχεία και λάθος παραδοχές. Συγκεκριμένα, βασίζεται σε ένα παλιό όριο για τις διοξίνες της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, το οποίο άλλαξε ήδη από το 1998 και είναι πλέον 10 φορές αυστηρότερο, ενώ αγνοεί το αντίστοιχο όριο της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος των ΗΠΑ, το οποίο είναι κατά 1.000 φορές αυστηρότερο!

Δεν υπάρχει κάποιο ασφαλές όριο κάτω από το οποίο να μη κινδυνεύει κανείς από την έκθεση σε διοξίνες. Επειδή όμως εκτιθέμεθα ούτως ή άλλως σε πολλές πηγές διοξινών, η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας όρισε ως "ανεκτή" δόση την πρόσληψη 1-4 τρισεκατομμυριοστών του γραμμαρίου (pg) ανά κιλό βάρους ανά μέρα, ως τη δόση εκείνη που με τα σημερινά δεδομένα μπορεί να χαρακτηρισθεί ως "κοινωνικά αποδεκτή". Αυτό σημαίνει ότι ένα άτομο βάρους 60 κιλών δεν θα πρέπει να δέχεται πάνω από 60-240 pg ημερησίως. Η Παγκόσμια Οργάνωση Υγειας επισημαίνει μάλιστα πως επιπτώσεις στην υγεία έχουν παρατηρηθεί ακόμη και στις πολύ μικρές συγκεντρώσεις των 2-6 pg ανά κιλό βάρους ανά μέρα. Σε κάποιες χώρες, π.χ. στις ΗΠΑ, ισχύουν ακόμη αυστηρότερα όρια και συγκεκριμένα 0,01 pg ανά κιλό βάρους ανά μέρα. Η αξιολόγηση για την ΙΛΙΟΝ ΕΛΛΚΑΤ έγινε με τη λαθεμένη παραδοχή ότι η "ανεκτή" δόση είναι 10 pg ανά κιλό βάρους ανά μέρα.

Ένα άλλο μείζον σφάλμα της αξιολόγησης είναι ότι αγνοεί πως η πρόσληψη διοξινών γίνεται και με πολλούς άλλους τρόπους (κυρίως με τη διατροφή) και όχι απλώς εισπνέοντας σωματίδια που θα προκύψουν από τη φθορά της Αττικής Οδού. Όπως είναι ευρύτατα γνωστό από διεθνείς έρευνες, πάνω από 90% της πρόσληψης διοξινών γίνεται μέσω της διατροφής, ενώ από τον αέρα και τη σκόνη παίρνουμε περίπου 4,5% της συνολικής δόσης. Αυτό σημαίνει ότι η εισπνοή έστω και λίγων σωματιδίων από τον φθαρμένο ασφαλτοτάπητα της Αττικής Οδού, αυξάνει τη μέση ημερήσια δόση διοξινών που παίρνει συνήθως κανείς από την εισπνοή και κατάποση σκόνης.

Το σημαντικότερο όμως επιχείρημα της ΙΛΙΟΝ ΕΛΛΚΑΤ είναι πως η μεταλλουργική σκουριά χρησιμοποιείται για ασφαλτοτάπητες και σε άλλες χώρες. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε δύο πράγματα. Πρώτον, ότι δεν περιέχουν υψηλές συγκεντρώσεις διοξινών όλες οι μεταλλουργικές σκουριές. Η συγκέντρωση εξαρτάται από την παραγωγική διαδικασία και το είδος του σκραπ που χρησιμοποιείται. Αναλύσεις της Greenpeace σε αντίστοιχα εκκαμινεύματα της ΣΙΔΕΝΟΡ στη Θεσσαλονίκη έδειξαν ότι παλαιότερα υπήρχε πρόβλημα παρουσίας διοξινών, ενώ με τη νέα παραγωγική διαδικασία το πρόβλημα εξαλείφθηκε. Η δεύτερη επισήμανση είναι πως, ότι γίνεται σε άλλες χώρες δεν είναι κατ' ανάγκη σωστό. Αλλωστε, πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης κρούει τον κώδωνα του κινδύνου επισημαίνοντας πως τα επίπεδα διοξινών στο ευρωπαϊκό περιβάλλον είναι ήδη τόσο υψηλά που εγκυμονούν κινδύνους για την υγεία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εκτιμά ότι ο μέσος ευρωπαίος καταναλωτής δέχεται μέσω της διατροφής του 0,9-3 pg TEQ διοξίνης ανά κιλό βάρους του ανά μέρα. Η ενδεικτική δόση που προτείνει η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας είναι 1-4 pg TEQ διοξίνης ανά κιλό βάρους του ανά μέρα. Είναι σαφές ότι τα νούμερα είναι ήδη στο κόκκινο. Θα πρέπει μάλιστα να συνυπολογίσει κανείς πως τα παραπάνω αφορούν τον "μέσο" άνθρωπο. Όταν αναφερόμαστε όμως σε ειδικές κατηγορίες, π.χ. στα παιδιά, τότε τα πράγματα είναι χειρότερα. Για παράδειγμα, τα νεογνά έως 2 μηνών δέχονται μέσω του γάλακτος 27-144 φορές μεγαλύτερη δόση διοξινών απ' αυτήν που προτείνει η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας.

Η υπόθεση αυτή καταδεικνύει για ακόμη μια φορά ότι η Ελλάδα δεν έχει πολιτική για την εξάλειψη των διοξινών. Παρά το νωπό ακόμη διατροφικό σκάνδαλο του Βελγίου και παρά τις συνεχείς επισημάνσεις της Greenpeace, όχι απλώς δεν υπάρχει ξεκάθαρη πολιτική αλλά υπάρχει και άγνοια του πραγματικού μεγέθους του προβλήματος. Η μόνη φορά που κρατικός φορέας πραγματοποίησε αναλύσεις για διοξίνες στην Ελλάδα ήταν μετά το διατροφικό σκάνδαλο του Βελγίου (εστάλησαν από το Υπουργείο Ανάπτυξης δείγματα τροφίμων στο εξωτερικό). Ακόμη και σήμερα δεν υπάρχουν στην Ελλάδα τα κατάλληλα εργαστήρια και φυσικά δεν πραγματοποιούνται οι σχετικοί έλεγχοι. Το μόνο που προχώρησε είναι ο εξοπλισμός δύο εργαστηρίων (στο Δημόκριτο και το Εθνικό Αστεροσκοπείο αντίστοιχα) τα οποία όμως δεν λειτουργούν ακόμη. Τίποτα δεν έχει γίνει προς την κατεύθυνση καταγραφής των πηγών έκλυσης διοξινών προκειμένου να υποβοηθηθεί η χάραξη της αντίστοιχης πολιτικής.

Δείτε επίσης:

Διοξίνες-Μετρήσεις και όρια 

Κατηγορίες