Αθήνα, 3-6-1999
Με αφορμή το σκάνδαλο που ξέσπασε στο Βέλγιο και αφορά στην
ανίχνευση τοξικών διοξινών σε κοτόπουλα και παράγωγά τους, η
Greenpeace επισημαίνει την ανάγκη για τη χάραξη μιας πολιτικής σε
εθνικό και διεθνές επίπεδο, η οποία να εγγυάται την πλήρη εξάλειψη
αυτών των τοξικών ουσιών. Παράλληλα, επισημαίνει την ανυπαρξία
επαρκών μηχανισμών ελέγχου στη χώρα μας, οι οποίοι να εγγυώνται την
προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος.
"Οι διοξίνες στα κοτόπουλα είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου",
επεσήμανε ο Στέλιος Ψωμάς, διευθυντής του ελληνικού γραφείου της
Greenpeace. "Το θέμα δεν αφορά μόνο τα κοτόπουλα και δεν αφορά
βέβαια μόνο το Βέλγιο, αφού ρυπασμένες ζωοτροφές κυκλοφόρησαν και
σε άλλες χώρες. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που ξεσπά ένα τέτοιο
σκάνδαλο. Πέρσι είχαμε απόσυρση γαλακτοκομικών προϊόντων σε
ευρωπαϊκές χώρες και πάλι λόγω παρουσίας διοξινών που οφείλονταν σε
ρυπασμένες ζωοτροφές. Εξαιτίας μάλιστα εκείνης της υπόθεσης, η
Ευρωπαϊκή Ένωση εξέδωσε στις 24-7-98 την Οδηγία 98/60 όπου
θεσμοθετούνται κάποια πρώτα στάνταρς για την παρουσία διοξινών σε
ζωοτροφές. Εκείνο που δεν έκανε ακόμη η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι να
χτυπήσει το κακό στη ρίζα του. Και το κακό ακούει στο όνομα
χλωριωμένες ενώσεις. Όσο παράγουμε και χρησιμοποιούμε χλωριωμένα
προϊόντα, θα έχουμε πρόβλημα με διοξίνες. Καιρός λοιπόν για ριζικά
μέτρα, αν όντως επιθυμούμε την προστασία της δημόσιας υγείας και
του περιβάλλοντος."
Το πρόβλημα με τις διοξίνες στα κοτόπουλα και τα παράγωγα
προϊόντα (αυγά και προϊόντα που περιέχουν αυγό) εντοπίστηκε τον
Ιανουάριο του 1999 όταν Βέλγοι πτηνοτρόφοι παρατήρησαν μειωμένη
παραγωγή αυγών από τα πουλερικά τους. Οι πρώτες αναλύσεις έδειξαν
την παρουσία υψηλών συγκεντρώσεων διοξινών στην ζωοτροφή που
χρησιμοποιήθηκε. Οι διοξίνες αυτές πέρασαν στα κοτόπουλα και τα
αυγά όπως πιστοποιούν και οι αναλύσεις που έχει στα χέρια της η
Greenpeace και δίνει σήμερα στη δημοσιότητα. Σύμφωνα με τις
αναλύσεις αυτές, οι μέγιστες συγκεντρώσεις διοξινών στο λίπος των
κοτόπουλων είναι 170-1.460 φορές πάνω από τις συνήθεις, ενώ στα
αυγά 80-3.425 φορές πάνω από τις συνήθως μετρούμενες σε ευρωπαϊκές
χώρες. Σε ότι αφορά στην παρουσία διοξινών στην επίμαχη ζωοτροφή,
αυτή μετρήθηκε 1.562 φορές πάνω από το όριο της ΕΕ.
Οι Ευρωπαίοι υπουργοί Περιβάλλοντος, οι οποίοι συναντήθηκαν στα
πλαίσια της Συνθήκης προστασίας του Βορείου Ατλαντικού από τη
ρύπανση (γνωστή ως Συνθήκη OSPAR), συμφώνησαν τον Ιούλιο του 1998
να εξαλείψουν τις εκπομπές των σταθερών τοξικών ουσιών όπως οι
διοξίνες. Η υλοποίηση αυτής της δέσμευσης δεν είναι δυστυχώς ακόμη
ορατή. Από τις 6 ως τις 11 Σεπτεμβρίου, θα πραγματοποιηθεί στη
Γενεύη διεθνής διάσκεψη υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, η οποία θα
ασχοληθεί μ' αυτό ακριβώς το θέμα, της εξάλειψης δηλαδή των πιο
τοξικών ουσιών, γνωστών και με την ονομασία POPs (Persistent
Organic Pollutants).
Η Greenpeace καλεί την ελληνική κυβέρνηση να προβεί στις
παρακάτω ενέργειες για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας και του
περιβάλλοντος:
1. Να στείλει για ανάλυση σε εξειδικευμένα εργαστήρια του
εξωτερικού δείγματα από τα δεσμευμένα στην Ελλάδα κοτόπουλα και
παράγωγα προϊόντα για να διαπιστωθεί ο βαθμός του προβλήματος.
2. Να διασφαλίσει ότι θα υπάρξει σύντομα και στην Ελλάδα η
κατάλληλη υποδομή για ανάλυση διοξινών και ότι θα υπάρξουν σύντομα
εκτενείς αναλύσεις σε τρόφιμα και ανθρώπινους ιστούς για να
διαπιστωθεί το μέγεθος του προβλήματος στη χώρα μας.
3. Να χαράξει μια πολιτική πλήρους εξάλειψης των διοξινών. Μια
τέτοια πολιτική πρέπει να εστιάζει στην απάλειψη των πηγών
παραγωγής διοξινών και συνεπώς θα απαιτηθούν συγκεκριμένα μέτρα και
απαγορεύσεις σε τομείς όπως η παραγωγή και χρήση χλωριωμένων
προϊόντων, η διαχείριση των απορριμμάτων και αποβλήτων κ.λ.π.
4. Να πιέσει σε διεθνές επίπεδο για μια σύντομη κατάργηση των
πλέον τοξικών ενώσεων (POPs), ξεκινώντας από την επερχόμενη διεθνή
διάσκεψη τον Σεπτέμβριο στη Γενεύη.
5. Να πριμοδοτήσει την ήπια βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία,
έναντι των εντατικών μεθόδων που έχουν οδηγήσει την εθνική και
κοινοτική αγροτική πολιτική στα σημερινά αδιέξοδα.
Οι χλωριωμένες διοξίνες είναι μια κατηγορία 75 ουσιών και έχουν
χαρακτηριστεί ως οι πιο τοξικές ενώσεις του βιομηχανικού
πολιτισμού. Συνήθως στην ίδια κατηγορία κατατάσσονται και
εκατοντάδες άλλες συγγενείς ουσίες όπως τα φουράνια και τα PCBs
(κλοφέν). Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης της τοξικότητας όλων
αυτών των ουσιών, συνήθως εκφράζονται ως ισοδύναμο της πιο τοξικής
διοξίνης, η οποία είναι γνωστή και ως "διοξίνη του Σεβέζο". Η
διοξίνη δεν είναι κάποιο χρήσιμο προϊόν της χημικής βιομηχανίας,
αλλά άχρηστο παραπροϊόν των διεργασιών όπου εμπλέκεται το
χλώριο.
Βιοχημικές έρευνες έχουν δείξει πως οι διοξίνες δρουν ως ισχυρές
"περιβαλλοντικές ορμόνες". Όπως και οι φυσικές ορμόνες, οι διοξίνες
μπορούν να διαπεράσουν τη μεμβράνη των κυττάρων και να αλλάξουν τη
δράση των γονιδίων που ρυθμίζουν τη διαδικασία της ανάπτυξης. Ακόμη
και απειροελάχιστες συγκεντρώσεις διοξινών μπορούν να επηρεάσουν το
ανοσιοποιητικό και νευρικό σύστημα των οργανισμών. Σε πειραματόζωα,
η έκθεση σε διοξίνες έχει προκαλέσει ένα ευρύ φάσμα τοξικολογικών
επιπτώσεων. Μερικές απ' αυτές εμφανίστηκαν σε εξαιρετικά μικρές
δόσεις διοξινών, της τάξης των λίγων τρισεκατομμυριοστών του
γραμμαρίου. Στις επιπτώσεις αυτές συγκαταλέγονται η ενδομητρίωση
και η ενίσχυση θηλυκών χαρακτηριστικών σε αρσενικά πειραματόζωα.
Κάποιες διοξίνες μπορούν ακόμη να προκαλέσουν καρκίνο, όπως
καταδεικνύεται από πολλές πρόσφατες μελέτες.
Η Αμερικανική Υπηρεσία Περιβάλλοντος (ΕΡΑ), μετά από πολύχρονες
μελέτες, κατέληξε στα εξής συμπεράσματα σε ότι αφορά την
επικινδυνότητα των διοξινών:
* Τα επίπεδα διοξινών στο περιβάλλον είναι ήδη τόσο υψηλά ώστε
να απειλούνται πλέον ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού. Οι
συγκεντρώσεις διοξινών στον αέρα, τα νερά και τις τροφές είναι στα
επίπεδα εκείνα που αποδεδειγμένα προκαλούν βλάβες στο ενδοκρινικό
και ανοσοποιητικό σύστημα και απειλούν τη δυνατότητα αναπαραγωγής
πολλών οργανισμών.
* Δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία ότι ορισμένες διοξίνες
προκαλούν καρκίνο και στους ανθρώπους. Η δυνατότητα των διοξινών να
προκαλέσουν καρκίνο στους ανθρώπους είχε αμφισβητηθεί για χρόνια
από τη χημική βιομηχανία. Οι πιο πρόσφατες επιδημιολογικές μελέτες
όμως (και κυρίως η περίπτωση του Σεβέζο) δεν αφήνουν πλέον κανένα
περιθώριο αμφιβολιών.
* Η σοβαρότερη επίπτωση των διοξινών στην υγεία είναι, απ' ότι
φαίνεται, η δυσμενής δράση στο αναπαραγωγικό σύστημα και την
ανάπτυξη. Οι διοξίνες και οι συγγενείς μ' αυτές ουσίες προκαλούν
αλλαγές στις ανδρικές ορμόνες, δυσλειτουργίες του θυρεοειδούς,
βλάβες του ανοσοποιητικού συστήματος, εμποδίζουν την ομαλή ανάπτυξη
του ανδρικού μορίου και ευθύνονται για γενετικές ανωμαλίες σε
νεογέννητα.
* Τέλος, η ΕΡΑ διαβεβαίωσε ότι δυστυχώς δεν υπάρχει κάποιο
ασφαλές όριο για τις διοξίνες.
Τα συμπεράσματα αυτά είναι πολύ σοβαρά για να αγνοηθούν. Οι
διοξίνες ανιχνεύονται πλέον σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς
τόσο στις αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες, όσο και στις
αναπτυσσόμενες. Συσσωρρεύονται μέσω της τροφικής αλυσίδας στους
λιπώδεις ιστούς των οργανισμών (μητρικό γάλα, αίμα, σπέρμα), όπου
παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού ο ανθρώπινος
οργανισμός δεν έχει αναπτύξει επαρκείς μηχανισμούς άμυνας απέναντι
σ' αυτές τις ενώσεις, οι περισσότερες από τις οποίες δεν απαντώνται
στη φύση και είναι ανθρώπινο δημιούργημα. Ιδιαίτερη ανησυχία
προκαλεί η παρουσία διοξινών και συγγενών ενώσεων στο μητρικό γάλα,
αφού μέσω του θηλασμού, οι ενώσεις αυτές περνούν στα βρέφη. Αυτό σε
καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι οι γυναίκες θα πρέπει να πάψουν
τον θηλασμό, αφού και το αγελαδινό ή πρόβειο γάλα περιέχει επίσης
αυτές τις ουσίες. Η τροφή αποτελεί την κυριότερη οδό εισόδου αυτών
των ουσιών στον οργανισμό.