Αθήνα, 24-10-1999
Ένα τεράστιο σκάνδαλο με εξαιρετικά
μεγάλες ποσότητες διοξινών που απειλούν το περιβάλλον και τη
δημόσια υγεία φέρνει σήμερα στη δημοσιότητα η Greenpeace. Οι
διοξίνες βρίσκονται σε χώρο διάθεσης αποβλήτων της βιομηχανίας
«"Ελληνική Χαλυβουργία Α.Ε", η οποία βρίσκεται στον Ασπρόπυργο
Αττικής. Τα απόβλητα, συνολικού βάρους 1.000.000 τόνων, βρίσκονται
εδώ και χρόνια κυριολεκτικά δίπλα στην εθνική οδό Αθηνών-Κορίνθου
και ο κίνδυνος είναι απτός, τόσο για τους εργαζόμενους στην
περιοχή, όσο και για τα εκατομμύρια διερχομένων, αλλά και για το
θαλάσσιο περιβάλλον στο οποίο αργά αλλά σταθερά καταλήγει μέρος των
διοξινών.
Η Greenpeace ανέλυσε τα απόβλητα αυτά και βρήκε πως περιέχουν
μεγάλες ποσότητες διοξίνης. Συγκεκριμένα, οι αναλύσεις έδειξαν την
παρουσία 36,9 νανογραμμάρια (ng I-TEQ) διοξίνης ανά κιλό αποβλήτων.
Αν το δείγμα αυτό είναι χαρακτηριστικό του συνολικού όγκου των
αποβλήτων, αυτό σημαίνει ότι ο σωρός των αποβλήτων περιέχει περίπου
37 γραμμάρια διοξίνης, μια ποσότητα που είναι 18.500 φορές
μεγαλύτερη από την ποσότητα διοξίνης που προκάλεσε το σκάνδαλο με
τις διοξίνες στα τρόφιμα στο Βέλγιο!
Ακτιβιστές του ελληνικού γραφείου της Greenpeace και μέλη του
πληρώματος του πλοίου Rainbow Warrior της οργάνωσης, τοποθέτησαν
τεράστιο πανώ με το σύνθημα "Κίνδυνος - Διοξίνες" πάνω στον τεχνητό
λόφο που σχημάτισαν τα απόβλητα στο ανατολικό άκρο του Κόλπου της
Ελευσίνας.
Σε χώρο 27 στρεμμάτων απέναντι από τις εγκαταστάσεις της
Ελληνικής Χαλυβουργίας Α.Ε. (δίπλα ακριβώς στα διυλιστήρια
Ασπροπύργου), έχει εναποτεθεί την τελευταία εικοσαετία σωρός
αποβλήτων (εκκαμινευμάτων) της εταιρείας. Τα απόβλητα αυτά είναι
κυρίως σκουριές αλλά και σκόνες από τα φίλτρα της βιομηχανίας. Μετά
την από 10-7-1997 δημοπράτηση από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση
Δυτικής Αττικής του έργου "Διαχείριση εκκαμινευμάτων Ελληνικής
Χαλυβουργίας Α.Ε.", το οποίο χρηματοδοτείται από τα ειδικά
κοινοτικά κονδύλια RESIDER II για το περιβάλλον, προϋπολογισμού
480.000.000 δρχ., η εταιρεία ΙΛΙΟΝ ΕΛΛΚΑΤ ΑΤΕ ανέλαβε με την υπ'
αριθμόν 58/10-4-98 σύμβαση με τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δυτικής
Αττικής, την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου. Σύμφωνα με τη
μελέτη, τα εκκαμινεύματα πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για την
κατασκευή αντιολισθηρών ασφαλτοταπήτων, καθώς και ως υλικό βάσης
των γραμμών υψηλών ταχυτήτων του ΟΣΕ. Όπως αναφέρει η εταιρεία
ΙΛΙΟΝ ΕΛΛΚΑΤ ΑΤΕ, επειδή στο σωρό των αποβλήτων εκτός από τις
σκουριές έχουν εναποτεθεί και σκόνη σακόφιλτρων και σακόφιλτρα της
βιομηχανίας, με τη μελέτη προβλέπεται ότι η σκόνη αυτή, αφού
συλλεχθεί θα χρησιμοποιηθεί ως "βελτιωτικό στην τσιμεντοβιομηχανία,
μέθοδος που εφαρμόζεται πάρα πολλά χρόνια". Εξ' άλλου, συνεχίζει η
ΙΛΙΟΝ ΕΛΛΚΑΤ ΑΤΕ, "η Ελληνική Χαλυβουργία σήμερα, τη σκόνη των
φίλτρων η οποία παράγεται από την τρέχουσα εργασία του σιδήρου την
διαθέτει σε τσιμεντοβιομηχανίες για τον ίδιο σκοπό". Να σημειωθεί,
ότι τόσο η εταιρεία, όσο και οι αρμόδιες κρατικές αρχές θεωρούν τη
σκουριά ως "αδρανές υλικό", ενώ μόνο η σκόνη των σακόφιλτρων
θεωρείται τοξική από το ΥΠΕΧΩΔΕ λόγω της παρουσίας βαρέων μετάλλων.
Γι' αυτόν τον λόγο άλλωστε, το ΥΠΕΧΩΔΕ σταμάτησε προσωρινά τις
εργασίες απομάκρυνσης των εκκαμινευμάτων που είχαν ξεκινήσει στο
χώρο.
Οι αναλύσεις όμως της Greenpeace έδειξαν ότι τα απόβλητα της
Ελληνικής Χαλυβουργίας κάθε άλλο παρά αδρανή είναι. Η Greenpeace
πήρε δείγματα από το σωρό των αποβλήτων (συγκεκριμένα σκουριές που
θεωρούνται "αδρανείς") και τις ανέλυσε σε ανεξάρτητο αναγνωρισμένο
εργαστήριο της Γερμανίας (GfA Gesellschaft fuer Arbeitsplatz und
Umweltanalytik mbH) για διοξίνες. Να σημειωθεί ότι η ανάλυση έγινε
σε σκουριές και όχι σε σκόνες σακόφιλτρων, στις οποίες κατά
τεκμήριο η συγκέντρωση διοξινών θα ήταν πολλές τάξεις μεγέθους
μεγαλύτερη. Ο λόγος που έγινε ανάλυση για διοξίνες είναι ότι η
Ελληνική Χαλυβουργία χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη σκραπ, παλαιοσίδηρα
δηλαδή στα οποία υπάρχουν μεγάλες ποσότητες πλαστικών PVC (π.χ. από
παλιά αυτοκίνητα), υπολείμματα βιομηχανικών ελαίων κοπής με
χλωριωμένα συστατικά κ.λπ. Η παρουσία των προσμίξεων αυτών έχει ως
αποτέλεσμα να παράγονται διοξίνες και φουράνια κατά την παραγωγική
διαδικασία, η οποία άλλωστε γίνεται σε υψηλές θερμοκρασίες, κάτι
που ευνοεί την παραγωγή διοξινών.
Είναι απορίας άξιο πώς τα απόβλητα αυτά χαρακτηρίζονται ως
αδρανή στην Ελλάδα και χρησιμοποιούνται μάλιστα και ως πρώτη ύλη
για παραγωγή τσιμέντων (!), όταν είναι γνωστό από τη διεθνή
εμπειρία πως όλες οι αντίστοιχες μονάδες που χρησιμοποιούν σκραπ ως
πρώτη ύλη παράγουν σημαντικές ποσότητες διοξινών.
Βιοχημικές έρευνες έχουν δείξει πως οι διοξίνες δρουν ως ισχυρές
"περιβαλλοντικές ορμόνες". Όπως και οι φυσικές ορμόνες, οι διοξίνες
μπορούν να διαπεράσουν τη μεμβράνη των κυττάρων και να αλλάξουν τη
δράση των γονιδίων που ρυθμίζουν τη διαδικασία της ανάπτυξης. Ακόμη
και απειροελάχιστες συγκεντρώσεις διοξινών μπορούν να επηρεάσουν το
ανοσιοποιητικό και νευρικό σύστημα των οργανισμών. Σε πειραματόζωα,
η έκθεση σε διοξίνες έχει προκαλέσει ένα ευρύ φάσμα τοξικολογικών
επιπτώσεων. Μερικές απ' αυτές εμφανίστηκαν σε εξαιρετικά μικρές
δόσεις διοξινών, της τάξης των λίγων τρισεκατομμυριοστών του
γραμμαρίου. Στις επιπτώσεις αυτές συγκαταλέγονται η ενδομητρίωση
και η ενίσχυση θηλυκών χαρακτηριστικών σε αρσενικά πειραματόζωα.
Κάποιες διοξίνες μπορούν ακόμη να προκαλέσουν καρκίνο, όπως
καταδεικνύεται από πολλές πρόσφατες μελέτες.
Το σκάνδαλο αυτό που αποκάλυψε η Greenpeace καταδεικνύει μια
σειρά από ζητήματα που καταμαρτυρούν την έλλειψη ουσιαστικής
περιβαλλοντικής πολιτικής για τα απόβλητα στην Ελλάδα.
Συγκεκριμένα, γίνεται εμφανές ότι:
1. Δεν υπάρχει εθνική πολιτική για την απάλειψη των πηγών
διοξινών. Η Greenpeace έχει καταρτίσει ένα κατάλογο με πιθανές
πηγές έκλυσης διοξινών στην Ελλάδα, μέχρι σήμερα όμως οι αρμόδιες
αρχές δεν έχουν προχωρήσει σε κάποια συστηματική καταγραφή των
ποσοτήτων που εκλύονται απ' αυτές τις πηγές.
2. Δεν υπάρχει ουσιαστική πολιτική για την ασφαλή διαχείριση των
αποβλήτων. Δεν είναι δυνατόν απόβλητα με τεράστιες συγκριτικά
ποσότητες διοξινών να χαρακτηρίζονται ως αδρανή. Να σημειωθεί ότι
αυτό δεν ισχύει μόνο στην περίπτωση της Ελληνικής Χαλυβουργίας,
αλλά και για τις άλλες χαλυβουργίες της χώρας.
3. Δεν υπάρχει σεβασμός στις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας
σχετικά με την παραγωγή και διαχείριση των αποβλήτων. Είναι
χαρακτηριστικό ότι η Ελλάδα δεν έχει επικυρώσει ακόμη πέντε από τα
έξι Πρωτόκολλα της Σύμβασης της Βαρκελώνης για την προστασία της
Μεσογείου, σύμβασης της οποίας η Ελλάδα αποτελεί μέλος.
Συκεκριμένα, δεν έχει επικυρώσει το σχετικό με την εν λόγω υπόθεση
Πρωτόκολλο για τις Χερσαίες Πηγές Ρύπανσης, το οποίο στοχεύει στην
εξάλειψη των ουσιών εκείνων που είναι τοξικές, σταθερές και
βιοσυσσωρεύονται μέσω της τροφικής αλυσίδας (όπως π.χ. οι
διοξίνες).
Η Greenpeace ζητά την άμεση λήψη μέτρων για να προστατευτεί η
δημόσια υγεία και το περιβάλλον. Σε καμία περίπτωση τα εν λόγω
απόβλητα δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν για κατασκευή αντιολισθηρών
ασφαλτοταπήτων ή ως υλικό βάσης των γραμμών του ΟΣΕ ή ως πρόσθετο
σε τσιμέντα. Ούτε είναι αποδεκτή φυσικά η σημερινή κατάσταση από
την οποία απορρέουν κίνδυνοι τόσο από την εισπνοή της σκόνης στην
ευρύτερη περιοχή όσο και από τη μεταφορά διοξινών στον παρακείμενο
Κόλπο της Ελευσίνας και από εκεί φυσικά στα ψάρια και όλη τη
θαλάσσια τροφική αλυσίδα.
"Η εποχή της άγνοιας έχει περάσει πια. Καιρός να περάσουμε στη
δράση", τόνισε ο Στέλιος Ψωμάς, διευθυντής του ελληνικού γραφείου
της Greenpeace.