ΔΙΟΞΙΝΕΣ - Ο εφησυχασμός και η αδράνεια είναι εξίσου επικίνδυνα με τον πανικό (5/11/2004)

δελτίο τύπου - 5 Νοεμβρίου, 2004

Αθήνα, 05-11-2004

Το νέο περιστατικό εντοπισμού διοξινών σε γάλα στην Ολλανδία, αποκάλυψε για άλλη μια φορά την πλήρη γύμνια της Ελλάδας στην αντιμετώπιση των πλέον τοξικών ουσιών που κατασκεύασε ο ανθρώπινος πολιτισμός. Οι εφησυχαστικές δηλώσεις δε μπορούν να αποκρύψουν την πλήρη άγνοια που υπάρχει στη χώρα για το μέγεθος του προβλήματος. Η Greenpeace επισημαίνει την ανάγκη για την άμεση εφαρμογή ενός εθνικού σχεδίου δράσης για την απάλειψη όλων των πηγών έκλυσης διοξινών, όπως επιτάσσουν άλλωστε οι Κοινοτικές Οδηγίες και οι διεθνείς συμφωνίες που έχει υπογράψει η χώρα μας, προκειμένου να προστατευτεί το περιβάλλον και η δημόσια υγεία.

Μετά από τις διοξίνες στα κοτόπουλα ήρθαν οι διοξίνες στο γάλα, συμπληρώνοντας το χρονικό ενός προαναγγελθέντος δράματος. Η συνέχεια θέλει ακριβή επανάληψη των εφησυχαστικών δηλώσεων των αρμόδιων υπουργών (κάθε κυβέρνησης) που μιλούν για ένα "καθαρά εισαγόμενο πρόβλημα" και συνοδεύονται από τις απαραίτητες δηλώσεις για την απόλυτη ασφάλεια των ελληνικών προϊόντων. Οποιαδήποτε φωνή προσπαθεί να μιλήσει για το πραγματικό πρόβλημα των διοξινών, χαρακτηρίζεται ως πηγή διασποράς πανικού και δυσφήμηση της χώρας και της βιομηχανίας τροφίμων. Κάποιος όμως, επιτέλους, θα πρέπει να σπάσει το απόστημα του επικίνδυνου εφησυχασμού.

Η Greenpeace, επί σειρά ετών, με επιστημονικές εκθέσεις, εργαστηριακές αναλύσεις, δυναμικές δράσεις προσπαθεί να φέρει τις αρμόδιες υπηρεσίες ενώπιον των υποχρεώσεών τους αλλά και της απλής λογικής. Επί σειρά ετών, η Greenpeace ζητά το αυτονόητο: την εφαρμογή ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης με σκοπό την καταγραφή, τον εντοπισμό και την εξάλειψη των πηγών των διοξινών.

"Οι διοξίνες που εκλύονται από διάφορες πηγές, περνούν μέσω της τροφικής αλυσίδας στον ανθρώπινο οργανισμό. Αν θέλουμε να σπάσουμε αυτή την τοξική αλυσίδα, πρέπει να παρέμβουμε στις πηγές της ρύπανσης και για να συμβεί αυτό απαιτείται μία σαφής και ολοκληρωμένη πολιτική εξάλειψης των διοξινών, πολιτική που σήμερα απουσιάζει", επεσήμανε ο Νίκος Χαραλαμπίδης, διευθυντής του ελληνικού γραφείου της Greenpeace.

Η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών έχουν προχωρήσει στην καταγραφή του προβλήματος και στη λήψη συγκεκριμένων μέτρων, τα οποία ήδη αποφέρουν αποτελέσματα που καταγράφονται πλέον στις συστηματικές αναλύσεις που πραγματοποιούνται. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα δεν έχει πολιτική για την εξάλειψη των διοξινών. Για την ακρίβεια, η καταγραφή του προβλήματος βρίσκεται ακόμα στο σημείο μηδέν. Τα δυο εξειδικευμένα εργαστήρια που εξοπλίστηκαν ακριβώς γι' αυτό το σκοπό παραμένουν ... ετοιμοπόλεμα αλλά σχετικά αδρανή. Κι ενώ στο επίπεδο των αναλύσεων κάτι κινείται έστω και νωχελικά, τίποτα δε γίνεται στο επίπεδο του εντοπισμού των πηγών και της αξιολόγησης της επικινδυνότητάς τους. Η πολιτεία δε φαίνεται να θέλει να ελέγξει τη ρίζα του κακού και προτιμά τις δηλώσεις εφησυχασμού.

Στην Ελλάδα, έχουν γίνει λίγες σχετικά μετρήσεις για διοξίνες στο γάλα του εμπορίου από το Υπουργείο Ανάπτυξης, τον ΕΦΕΤ (Ενιαίο Φορέα Ελέγχου Τροφίμων) και ιδιωτικές εταιρίες εμπορίας γάλακτος.

Οι μετρήσεις αυτές έδειξαν ότι τα επίπεδα διοξινών στο γάλα του εμπορίου (αγελαδινό και γάλα σκόνη) κυμαίνονται στην Ελλάδα από 0,17 έως 0,70 pg I-TEQ/g λίπους. Συνυπολογίζοντας και τις συγκεντρώσεις των ανάλογων προς τις διοξίνες PCBs, αφού και αυτά έχουν τις ίδιες δυσμενείς επιπτώσεις για τον οργανισμό και κάτι τέτοιο προβλέπεται άλλωστε και από την ευρωπαϊκή νομοθεσία, μπορούμε να πούμε ότι ο μέσος Έλληνας προσλαμβάνει μέσω της κατανάλωσης γάλακτος περίπου το 3,5% των συνολικών διοξινών που δέχεται μέσω της τροφής.

Η κατανάλωση τροφίµων είναι η σηµαντικότερη οδός έκθεσης στις διοξίνες, συµµετέχοντας µε ποσοστό άνω του 90% στη συνολική έκθεση. Τα ιχθυηρά και άλλα προϊόντα ζωικής προέλευσης είναι υπεύθυνα για το 80% περίπου της συνολικής έκθεσης.

Όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, "οι τοξικές ιδιότητες φαίνεται να έχουν υποτιμηθεί αφού έχουν προκύψει νέα επιδημιολογικά και τοξικολογικά δεδομένα, ειδικά σε σχέση με τις επιδράσεις στην ανάπτυξη του νευρικού συστήματος, στο αναπαραγωγικό και το ενδοκρινικό σύστημα, τα οποία δείχνουν ότι οι διοξίνες και ορισμένα PCBs έχουν ευρύτερες επιπτώσεις στην υγεία απ' ότι εθεωρείτο στο παρελθόν, ακόμη και σε πολύ μικρές δόσεις και ειδικά στις πλέον ευάλωτες ομάδες, όπως νεογνά που θηλάζουν και έμβρυα, τα οποία εκτίθενται άμεσα στα συσσωρευμένα φορτία του μητρικού σώματος... Η έκθεση δια της τροφής στις διοξίνες και στα ανάλογα προς τις διοξίνες PCBs υπερβαίνει την ανεκτή ημερήσια πρόσληψη σε σημαντικό τμήμα του ευρωπαϊκού πληθυσμού" (Στρατηγική της Κοινότητας για τις διοξίνες, τα φουράνια και τα πολυχλωριωμένα διφαινύλια - PCBs, 24.10.2001).

Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών έχουν ληφθεί τα τελευταία χρόνια πολλές σημαντικές αποφάσεις σε διεθνές επίπεδο. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά τη Σύµβαση της Στοκχόλµης (Σύµβαση για τους Ανθεκτικούς Οργανικούς Ρύπους - POPs), που υπεγράφη τον Μάιο του 2001, και έχει σκοπό τη µείωση της συνολικής απελευθέρωσης διοξινών, φουρανίων και PCBs, µε στόχο τη συνεχή ελαχιστοποίησή τους και, όπου είναι εφικτό, την πλήρη εξάλειψή τους.

Παρόλο που έχει σηµειωθεί αρκετή πρόοδος στη µείωση των εκποµπών διοξινών και PCBs στο περιβάλλον τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει πως ο στόχος που καθορίστηκε στο Πέμπτο Κοινοτικό Πρόγραμμα Δράσης για το Περιβάλλον (μείωση των εκλύσεων κατά 90% την περίοδο 1985-2005) δεν θα επιτευχθεί. Γι' αυτό, υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω αντιµετώπιση του προβλήµατος προκειµένου να προστατευθεί η ανθρώπινη υγεία. Για τη µείωση της πρόσληψης από τον άνθρωπο είναι σηµαντικό να µειωθούν τα επίπεδα στην τροφική αλυσίδα διότι η κατανάλωση τροφής είναι η πλέον σηµαντική οδός για την ανθρώπινη έκθεση (90% της συνολικής έκθεσης). Ο πιο αποτελεσµατικός τρόπος να µειωθούν τα επίπεδα στην τροφική αλυσίδα είναι η µείωση της ρύπανσης του περιβάλλοντος. Αυτό πρέπει να πραγµατοποιηθεί µε:

* Την αποφυγή νέων εκποµπών στο περιβάλλον

* Την αντιµετώπιση της "ιστορικής ρύπανσης".

Η Greenpeace ζητά από την ελληνική κυβέρνηση την άμεση κατάρτιση εθνικού σχεδίου δράσης για την εξάλειψη των διοξινών. Το συγκεκριμένο σχέδιο, ως πρώτο βήμα, θα πρέπει να περιλαμβάνει την καταγραφή και την αξιολόγηση του προβλήματος και στη συνέχεια την κατάρτιση συγκεκριμένου προγράμματος (με στόχους και χρονοδιαγράμματα) για την εξάλειψη των διοξινών. Σε κάθε αντίθετη περίπτωση, θα περιμένει ως απλός θεατής το επόμενο διατροφικό σκάνδαλο με διοξίνες.

Σημειώσεις

1. Οι διοξίνες είναι μια κατηγορία 75 ουσιών που περιέχουν χλώριο. Συνήθως στην ίδια κατηγορία κατατάσσονται και εκατοντάδες άλλες συγγενείς ουσίες όπως τα φουράνια και τα PCBs (κλοφέν). Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης της τοξικότητας όλων αυτών των ουσιών, συνήθως εκφράζονται ως ισοδύναμο της πιο τοξικής διοξίνης, η οποία είναι γνωστή και ως "διοξίνη του Σεβέζο" (TCDD). Οι διοξίνες δεν είναι κάποιο χρήσιμο προϊόν της χημικής βιομηχανίας, αλλά άχρηστα και επικίνδυνα παραπροϊόντα των διεργασιών όπου εμπλέκεται το χλώριο.

Ορισµένοι τύποι καρκίνου, καθώς και η εµφάνιση γενικευµένου καρκίνου, έχουν συνδεθεί µε την τυχαία ή την στο εργασιακό περιβάλλον οφειλόµενη έκθεση στις διοξίνες (κυρίως την επονομαζόμενη και "διοξίνη του Σεβέζο" -TCDD). Επιπλέον, έχουν αναφερθεί αυξηµένα ποσοστά εµφάνισης διαβήτη και αυξηµένη θνησιµότητα από διαβήτη και καρδιαγγειακές νόσους. Σε παιδιά που έχουν εκτεθεί ενδοµητρίως σε διοξίνες ή και PCBs, έχουν παρατηρηθεί επιδράσεις στην ανάπτυξη και λειτουργία του νευρικού συστήµατος καθώς και επιδράσεις στην κατάσταση των θυρεοειδικών ορµονών για εκθέσεις κοντά στα συνήθως απαντώμενα επίπεδα. Σε υψηλότερες εκθέσεις, που οφείλονται σε τυχαία περιστατικά ή στο εργασιακό περιβάλλον, παιδιά που εκτέθηκαν µέσω του πλακούντα σε PCBs και διοξίνες παρουσιάζουν δερµατικές ανωµαλίες (όπως χλωρακµή), απασβέστωση των δοντιών, καθυστέρηση στην ανάπτυξη, διαταραχές στη συµπεριφορά, µείωση του µήκους του πέους κατά την εφηβεία, µειωµένο ύψος στα κορίτσια κατά την εφηβεία και απώλεια ακοής. Στην περιοχή του Σεβέζο, έχει παρατηρηθεί µια µετατόπιση στην αναλογία των δύο φύλων υπέρ του θηλυκού γένους, όταν οι πατέρες είχαν εκτεθεί σε διοξίνες. Παρόλο που η διοξίνη TCDD είναι γνωστή ως καρκινογόνος ουσία για τον άνθρωπο, ο καρκίνος δεν θεωρείται ως η χειρότερη επίπτωση της έκθεσης σε διοξίνες. Οι κρίσιµες επιπτώσεις είναι οι αλλαγές στη λειτουργία του νευρικού συστήµατος, η ενδοµητρίωση και η ανοσοκαταστολή. Τα PCBs ταξινοµούνται ως πιθανά καρκινογόνα για τον άνθρωπο και παράγουν ένα ευρύ φάσµα δυσµενών επιδράσεων στα ζώα, συµπεριλαµβανοµένης της τοξικότητας στην αναπαραγωγή, της ανοσοτοξικότητας και της καρκινογένεσης.

Οι διοξίνες δηµιουργούνται βασικά ως ακούσια παραπροϊόντα σε πολλές χηµικές διεργασίες, καθώς και σε κάθε σχεδόν διεργασία καύσης. Γενικά, οι διοξίνες παράγονται όταν το χλώριο αντιδράσει με οργανική ύλη. Οι υψηλές θερμοκρασίες και η παρουσία ορισμένων μετάλλων, που δρουν ως καταλύτες, ευνοούν τη δημιουργία των επικίνδυνων αυτών ουσιών. Η σηµαντικότερη οδός έκθεσης στις διοξίνες είναι η κατανάλωση τροφίµων, συµµετέχοντας µε ποσοστό άνω του 90% στη συνολική έκθεση. Τα ιχθυηρά και άλλα προϊόντα ζωικής προέλευσης είναι υπεύθυνα για το 80% περίπου της συνολικής έκθεσης.

2. Η Greenpeace συνέταξε ένα κατάλογο όπου καταγράφονται οι πιθανές πηγές έκλυσης διοξινών και συγγενών ενώσεων στη χώρα μας. Γενικά, οι διοξίνες παράγονται όταν το χλώριο αντιδράσει με οργανική ύλη. Οι υψηλές θερμοκρασίες και η παρουσία ορισμένων μετάλλων (π.χ. χαλκού), που δρουν ως καταλύτες, ευνοούν τη δημιουργία των επικίνδυνων αυτών ουσιών. Ως σημαντικότερη πηγή διοξινών στη χώρα αναγνωρίζονται οι ανεξέλεγκτες χωματερές. Σε αυτές θα πρέπει να προσθέσουμε μια σειρά από χημικές διεργασίες (όπως η παραγωγή χλωριωμένων πλαστικών PVC), πυρκαγιές σε σπίτια, καταστήματα ή εργοστάσια (κυρίως λόγω της παρουσίας πλαστικών PVC, παλαιών μετασχηματιστών και άλλων υλικών που περιέχουν ενώσεις του χλωρίου) κλπ.

3. Διοξίνες στο γάλα του εμπορίου

Το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα αποτελούν μία σημαντική οδό πρόσληψης διοξινών από τον ανθρώπινο οργανισμό, ιδιαίτερα μάλιστα για τα μικρά παιδιά, αφού ένα μεγάλο ποσοστό της συνολικής πρόσληψης γίνεται κατά τη φάση της ανάπτυξης και είναι γνωστό ότι τα παιδιά καταναλώνουν μεγαλύτερες ποσότητες γάλακτος από τους ενήλικες.

Σύμφωνα με το Τμήμα Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολής Αθηνών, η μέση κατανάλωση γάλακτος στην Ελλάδα ανέρχεται σε περίπου 220 γραμμάρια ανά μέρα ανά άτομο. Η μέση περιεκτικότητά του γάλακτος σε λιπαρά είναι 3,5-6%, ενώ στο γάλα σκόνη κυμαίνεται περί το 20%.

Οι συνήθεις συγκεντρώσεις διοξινών σε γάλατα εμπορίου της ευρωπαϊκής αγοράς κυμαίνονται από 0,2 έως 2,6 pg I-TEQ/g (1) λίπους (μέση τιμή 1,3 pg I-TEQ/g λίπους), αν και έχουμε σημαντικές διακυμάνσεις και σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις ρύπανσης μπορεί να έχουμε επίπεδα διοξινών που ξεπερνούν και τα 85 pg I-TEQ/g λίπους. Οι μικρότερες τιμές παρατηρούνται σε σχετικά καθαρές και απόμακρες αγροτικές περιοχές, ενώ οι μεγαλύτερες κοντά σε αστικά κέντρα και κυρίως κοντά σε εργοστάσια καύσης απορριμμάτων και αποβλήτων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει προτείνει ως ενδεικτικό όριο, που δεν πρέπει να υπερβαίνεται, τα 3 pg I-TEQ/g λίπους (Κανονισμός 2375/2001).

Στην Ελλάδα, έχουν γίνει λίγες σχετικά μετρήσεις για διοξίνες στο γάλα του εμπορίου από το Υπουργείο Ανάπτυξης, τον ΕΦΕΤ (Ενιαίο Φορέα Ελέγχου Τροφίμων) και ιδιωτικές εταιρίες εμπορίας γάλακτος. Οι μετρήσεις αυτές έδειξαν ότι τα επίπεδα διοξινών στο γάλα του εμπορίου (αγελαδινό και γάλα σκόνη) κυμαίνονται στην Ελλάδα από 0,17 έως 0,70 pg I-TEQ/g λίπους.

Στα επίπεδα αυτά διοξινών θα πρέπει να προσθέσει κανείς και τις συγκεντρώσεις των ανάλογων προς τις διοξίνες PCBs, αφού και αυτά έχουν τις ίδιες δυσμενείς επιπτώσεις για τον οργανισμό και κάτι τέτοιο προβλέπεται άλλωστε και από την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Τα μέσα επίπεδα των PCBs αυτών είναι, σύμφωνα με πρόσφατες μετρήσεις του ΕΦΕΤ (Μάιος 2003), 0,18 pg I-TEQ/g λίπους. Δεδομένου ότι για τις διοξίνες οι μετρήσεις του ΕΦΕΤ έδωσαν μέση συγκέντρωση 0,39 pg I-TEQ/g λίπους, η συνολική δόση που προσλαμβάνει ο μέσος Έλληνας είναι 0,57 pg I-TEQ/g λίπους. Για ένα μέσο οργανισμό βάρους 70 κιλών, αυτό μεταφράζεται σε 0,07 pg/Kg/μέρα. Η τιμή αυτή είναι 7 φορές μεγαλύτερη από το όριο που ισχύει στις ΗΠΑ για πρόσληψη διοξινών, από όλες τις πηγές όμως και όχι μόνο από το γάλα που συνεισφέρει με μικρό μόνο ποσοστό στη συνολική δόση. Για να το πούμε με πιο απλά λόγια, ο μέσος Έλληνας προσλαμβάνει μέσω της κατανάλωσης γάλακτος περίπου το 3,5% των συνολικών διοξινών που δέχεται μέσω της τροφής.

--------------

(1) I-TEQ = το ισοδύναμο διοξίνης TCDD (της "διοξίνης του Σεβέζο" που είναι η πιο τοξική).

pg/g = τρισεκατομμυριοστό του γραμμαρίου διοξίνης ανά γραμμάριο λίπους στο γάλα.

Κατηγορίες