Οι
μέχρι σήμερα προσπάθειες εξοικονόμησης ενέργειας και εξορθολογισμού της
ενεργειακής κατανάλωσης απέτυχαν, γιατί δεν υπήρξε ένα σαφές, συνεκτικό
και φιλόδοξο πρόγραμμα εξοικονόμησης ενέργειας εστιασμένο στον
μεγαλύτερο καταναλωτή ενέργειας που δεν είναι άλλος από τα κτίρια. Οι
δύο σημαντικότερες Κοινοτικές Οδηγίες, για την ενεργειακή απόδοση των
κτιρίων και για την προώθηση εθνικών σχεδίων δράσης για την
εξοικονόμηση, δεν εφαρμόζονται ακόμη στη χώρα μας, η οποία δεν έχει
επίσης παρουσιάσει, ως όφειλε, ένα τέτοιο σχέδιο δράσης με τουλάχιστον
1% μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης ετησίως.
Σημειωτέον
ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) στον κτιριακό τομέα
αντιμετωπίζονται ουσιαστικά ως μέτρο εξοικονόμησης ενέργειας, αφού η
τοπική παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας συνεπάγεται μειωμένες απώλειες
στα δίκτυα διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, απώλειες που αγγίζουν το 10%
περίπου στη χώρα μας. Η παραγωγή ηλεκτρισμού από φωτοβολταϊκά, μικρές
ανεμογεννήτριες και οικιακά συστήματα συμπαραγωγής ή η χρήση ηλιακών
θερμοσιφώνων, συνεπάγονται μεταξύ άλλων, άμεση εξοικονόμηση αυτού του
10% της ενέργειας που σήμερα σπαταλιέται.
"Είναι
προφανές πως η πιο καθαρή ενέργεια είναι αυτή που δεν καταναλώνουμε.
Για να προχωρήσουν όμως οι πολίτες σε μέτρα εξοικονόμησης, χρειάζεται,
πέραν της ενημέρωσης και η παροχή κινήτρων από την πολιτεία", δήλωσε ο Νίκος Χαραλαμπίδης, διευθυντής του ελληνικού γραφείου της Greenpeace.
Τα μέτρα που προτείνει η Greenpeace είναι:
Ειδικά,
ο ευρύτερος δημόσιος τομέας μπορεί να έχει υποδειγματικό ρόλο στην
προώθηση της εξοικονόμησης και την ορθολογική χρήση της ενέργειας στον
κτιριακό τομέα αφού τα κτίρια του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα
είναι περίπου 200.000 και αντιπροσωπεύουν το 5% του τριτογενή τομέα.
Σύμφωνα
με σχετική μελέτη του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΚΑΠΕ),
εκτιμάται ότι, οι ετήσιες ενεργειακές δαπάνες των δημόσιων κτιρίων
ξεπερνούν τα 450 εκατ.€. Η ίδια μελέτη έδειξε ότι: