Σε µία εποχή που οι κλιµατικές αλλαγές απειλούν µε καταστροφή τα
πιο σηµαντικά οικοσυστήµατα του πλανήτη και ενώ η παγκόσµια
οικονοµική κρίση καθιστά τη στροφή στην πράσινη οικονοµία
επιτακτική ανάγκη, η ηγεσία του ΥΠΕΧΩ∆Ε αποτυγχάνει να καταστρώσει
το σχέδιο που θα συµβάλει στην καταπολέµηση των κλιµατικών αλλαγών,
θα εγγυηθεί την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιµα και την ενεργειακή
ασφάλεια και θα δηµιουργήσει νέες θέσεις εργασίας.
Το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ (ΕΧΠ) θα έπρεπε να
αποτελεί µέρος του σχεδίου αυτού καθώς ο ρόλος του είναι να ορίζει
ένα γενικότερο πλαίσιο, µέσα στο οποίο θα προβλέπεται η επιθετική
ανάπτυξη των ΑΠΕ, ενώ θα εξειδικεύει ρητά, αποκλειστικά και µε
σαφήνεια τις περιπτώσεις αποκλεισµού καθώς και την αιτιολογική τους
βάση.
Αντίθετα, το ΕΧΠ που δηµοσιεύτηκε αποτελεί προϊόν συµβιβασµού
-και όχι σύνθεσης-, το οποίο επιχειρεί να µην αφήσει κανένα
δυσαρεστηµένο, χωρίς τελικά να διαθέτει το απαραίτητο όραµα. Είναι
ασαφές σε αρκετά σηµεία -όπως θα εξηγήσουµε πιο αναλυτικά παρακάτω-
και αφήνει περιθώρια ερµηνείας κατά το δοκούν της εκάστοτε δηµόσιας
υπηρεσίας, δίνοντας περιθώρια για ακόµα περισσότερη γραφειοκρατία
.
Αναγνωρίζουµε ότι υπάρχουν και θετικά σηµεία στο ΕΧΠ για τις
ΑΠΕ, µε σηµαντικότερο όλων τη δηµοσίευσή του. Για παράδειγµα, στα
θετικά θα πρέπει να επισηµάνει κανείς τις ρυθµίσεις του άρθρου 21
ότι τα Περιφερειακά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασµού και Αειφόρου
Ανάπτυξης πρέπει να εναρµονίζονται µε τις κατευθύνσεις του Ειδικού
Χωροταξικού και επιπλέον, τα υποκείµενα Γενικά Πολεοδοµικά Σχέδια
και τα Σχέδια Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτών Πόλεων δεν
µπορούν να εισάγουν περιοριστικές ρυθµίσεις για την ανάπτυξη έργων
ΑΠΕ πέραν όσων ήδη προβλέπονται µε τις διατάξεις του Ειδικού
Χωροταξικού.
Αναγνωρίζοντας ότι η διαδικασία διαβούλευσης έχει ολοκληρωθεί,
τα παρακάτω σχόλια αποτελούν µία επισκόπηση της τελικής µορφής του
ΕΧΠ. Για την καλύτερη ανάγνωση του κειµένου, παρατίθενται αρχικά
κάποια γενικά και επί της αρχής σχόλια και στη συνέχεια
κατηγοριοποιούνται ανά τεχνολογία.
Αν και το ΕΧΠ κάνει λόγο στη νέα ευρωπαϊκή νοµοθεσία και τους
στόχους που αυτή θέτει για το έτος 2020, παραβλέπει τους εθνικούς
στόχους. Η Ελλάδα έως το 2020 θα πρέπει να παράγει το 18% της
τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ΑΠΕ, κάτι που σηµαίνει ότι στον
τοµέα της ηλεκτροπαραγωγής, οι ΑΠΕ θα πρέπει να διεισδύσουν κατά
περίπου 35%. Αντίθετα κάνει λόγο για στόχο 29% (σύµφωνα µε το
Ν.3468/06), ο οποίος όµως είναι ανεπαρκής, παρωχηµένος και θα
ξεπεραστεί από την ευρωπαϊκή νοµοθεσία.
Επιπλέον, το ΕΧΠ συνεχίζει να αγνοεί το γεγονός ότι οι ΑΠΕ θα
πρέπει να χωροθετούνται µε βασικό κριτήριο την ύπαρξη του
αντίστοιχου δυναµικού. ∆ίνει παράλληλα χαρακτήρα 'πλαφόν' και
εξειδικεύσει αριθµητικά µία καθαρά θεωρητική έννοια, όπως η φέρουσα
ικανότητα. Η πρακτική αυτή ελλοχεύει τον κίνδυνο να εγκλωβίσει την
ανάπτυξη των ΑΠΕ στα αριθµητικά όρια της 'φέρουσας ικανότητας' όπως
αυτή εννοείται στο ΕΧΠ.
Αντίστοιχα, αν και το ΕΧΠ πλέον δεν συναρτά την έννοια της
τυπικής ανεµογεννήτριας (α/γ) από την εγκατεστηµένη της ισχύ,
δυστυχώς στις διατάξεις περί φέρουσας ικανότητας, ταυτίζει τις α/γ
µε τις αντίστοιχες α/γ των 2MW. Η άποψη αυτή έχει ήδη ξεπεραστεί
από την πραγµατικότητα, καθώς οι σύγχρονες α/γ είναι µεγαλύτερες
και πιο αποδοτικές και άρα χρειάζονται πλέον λιγότερες α/γ για την
κατασκευή ενός αιολικού πάρκου. Στην Ελλάδα ήδη λειτουργούν αιολικά
πάρκα µε α/γ ισχύος 3MW έκαστη.
Τέλος, το ΕΧΠ συνεχίζει να εξαρτά την ενεργοποίησή του από µία
σειρά διαδικαστικών ενεργειών, οι οποίες περιγράφονται αναλυτικά
στο Πρόγραµµα ∆ράσης. Η αίρεση αυτή αναµένεται να καθυστερήσει
ακόµα περισσότερο την ενεργοποίηση του ΕΧΠ και συνεπακόλουθα θα
θέσει ακόµα περισσότερα εµπόδια στην ανάπτυξη των ΑΠΕ.
Σε γενικές γραµµές το ΕΧΠ 'ενοχοποιεί' την αιολική ενέργεια
καθώς θεωρεί την εγκατάσταση α/γ de facto ασύµβατη σε πλήθος
περιπτώσεων (πχ εγκατάσταση κοντά σε οικισµούς ή περιοχές µε
τουριστική κίνηση). Αγνοεί δυστυχώς ότι η αιολική ενέργεια ως
ανανεώσιµη τεχνολογία κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο σε ένα µοντέλο
αποκεντρωµένης παραγωγής ενέργειας, όπου η ενέργεια παράγεται κοντά
στο σηµείο που καταναλώνεται. Επίσης δε λαµβάνει υπόψιν τα
διδάγµατα της διεθνούς εµπειρίας στις χώρες µε σαφώς αυστηρότερη
περιβαλλοντική νοµοθεσία, όπου η αιολική ενέργεια έχει ήδη
αναπτυχθεί ραγδαία. Τέλος συνεχίζει να θεωρεί αυθαίρετα ό,τι οι α/γ
καλύπτουν 75,86 στρέµµατα, όταν στην πραγµατικότητα δεν καλύπτουν
περισσότερο από 20 στρέµµατα.
Άρθρο 6
Περιοχές αποκλεισµού και ζώνες ασυµβατότητας
Η παρ.1, περ. η, θεωρείται σκανδαλώδης καθώς απαγορεύει την
εγκατάσταση αιολικού πάρκου κοντά σε οικισµούς ή τουριστικές
εγκαταστάσεις ακόµα και αν αυτές είναι εκτός σχεδίου δόµησης και
αυθαίρετες. Επιπλέον, η περίπτωση θ θεωρείται αδικαιολόγητος
περιορισµός.
Στην παρ.5 περ.α προσδιορίζεται νέα ζώνη αποκλεισµού δίπλα στις
ζώνες αποκλεισµού, που ορίζει το άρθρο 6. Η ρύθµιση αυτή δεν έχει
καµία δικαιολογητική βάση και θα οδηγήσει σε περαιτέρω περιορισµό
της εν λόγω .
Άρθρο 7 - 10
Ειδικά κριτήρια χωροθέτησης αιολικών µονάδων
Παρά τη βελτίωση των εν λόγω διατάξεων, οι περιορισµοί σε σχέση
µε την πυκνότητα που τίθενται στα άρθρο 7, 8, 9 και 10 παραβλέπουν
τις γεωµορφολογικές ιδιαιτερότητες της χώρας, όπως και άλλους
περιορισµούς (πχ δίκτυα, αιολικό δυναµικό, αδειοδοτικοί, τεχνικοί
περιορισµοί). Ενώ εποµένως µία ανεµογεννήτρια δεν απαιτεί στην
πραγµατικότητα έκταση µεγαλύτερη από 20 στρέµµατα, (ενώ δεσµεύει
µόλις 250 - 300 τ.µ γης για την κατασκευή της βάσης του πυλώνα της
α/γ), η ρύθµιση που προβλέπουν τα άρθρα αυτό θα οδηγήσουν σε
σηµαντικό περιορισµό στην εγκατάσταση αιολικών πάρκων.
Ειδικά για την Αττική, οι περιορισµοί που τίθενται στο άρθρο 9
σε συνδυασµό µε τους περιορισµούς του παρατήµατος IV, καθιστούν
πρακτικά αδύνατη την εγκατάσταση αιολικών πάρκων στην Αττική. Ο
περιορισµός αυτός είναι άνευ ουσίας ενώ είναι συµβολικά άδικος
καθώς η Αττική ευθύνεται για το µεγαλύτερο ποσοστό της κατανάλωσης
ενέργειας στη χώρα.
Τέλος στην περίπτωση του θαλάσσιου χώρου και των ακατοίκητων
νησίδων, οι περιορισµοί που τίθενται αναµένεται να περιπλέξουν
σηµαντικά την αδειοδοτική διαδικασία.
Η Greenpeace ήδη από την ψήφιση του Ν. 3468/06 είχε διατυπώσει
την αντίθεσή της στην ενσωµάτωση των υδροηλεκτρικών µεγαλύτερων των
15MW στην κατηγορία των µικρών υδροηλεκτρικών και υποστήριξε τον
περιορισµό της εγκατεστηµένης ισχύος σε 10MW, κατά τις προηγούµενες
νοµοθετικές ρυθµίσεις.
Μία πρώτη ασάφεια που δηµιουργείται είναι η περίπτωση των
ηλιοθερµικών συστηµάτων. Στους ορισµούς του άρθρου 2, τα
ηλιοθερµικά δεν αναφέρονται ρητά, ενώ γίνεται λόγος µόνο για
φωτοβολταϊκά συστήµατα.∆ηµιουργείται σύγχυση ως προς το αν οι
διατάξεις του άρθρου 17 για 'τα κριτήρια χωροθέτησης εγκαταστάσεων
εκµετάλλευσης της ηλιακής ενέργειας' περιλαµβάνουν τα ηλιοθερµικά
συστήµατα.
Στο άρθρο 17, παρ.1 'ενοχοποιούνται' τα φωτοβολταϊκά τα οποία,
σύµφωνα µε το ΕΧΠ θα πρέπει να εγκαθίστανται µακριά από
πολυσύχναστους και κατά προτίµηση σε αθέατους χώρους. Παραδόξως,
αγνοείται το γεγονός ότι τα φωτοβολταϊκά συστήµατα εγκαθίστανται
και σε στέγες κτιρίων.
Το άρθρο 17 του ειδικού χωροταξικού αναφέρει τα εξής: "Οι
αποστάσεις των εγκαταστάσεων εκµετάλλευσης της ηλιακής ενέργειας
από τις ζώνες αποκλεισµού της παραγράφου 2 και οι ειδικότεροι όροι
χωροθέτησης των συνοδευτικών τους έργων καθορίζονται, κατά
περίπτωση, στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης". Η
παράγραφος αυτή αφήνει ανοιχτά τα περιθώρια αυθαίρετων ερµηνειών
και αποφάσεων σε επίπεδο τοπικών αρχών. Κατ' αρχήν, η ίδια η έννοια
της ζώνης αποκλεισµού γύρω από ζώνη αποκλεισµού είναι παράλογη και
αυθαίρετη και αναιρεί τον καθορισµό της αρχικής ζώνης. Στην
περίπτωση των φωτοβολταϊκών η περίπτωση είναι πιο ξεκάθαρη, αφού η
φύση της τεχνολογίας αυτής επιτρέπει να τοποθετούνται πάνω σε
κτίρια και µέσα σε οικισµούς και συνεπώς η λογική του καθορισµού
ελάχιστων αποστάσεων εγκατάστασης καθίσταται πρακτικά χωρίς
νόηµα.
Τέλος, συνεχίζεται να αποκλείεται η εγκατάσταση εγκαταστάσεων
ηλιακής ενέργειας σε γαίες υψηλής παραγωγικότητας, χωρίς να έχουν
ποτέ καθοριστεί ποιες είναι αυτές. Στο άρθρο 56 του Ν. 2945/2001
ορίζεται σαφώς ότι "µε κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος
Χωροταξίας και ∆ηµοσίων Έργων και Γεωργίας, που δηµοσιεύεται στην
Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα κριτήρια µε τα οποία
διαβαθµίζεται σε ποιότητες και κατατάσσεται σε κατηγορίες
παραγωγικότητας η αγροτική γη". ∆υστυχώς, µέχρι σήµερα δεν υπήρξε
τέτοια απόφαση και φυσικά δεν καθορίστηκαν αντίστοιχα κριτήρια. Με
βάση βέβαια την τρέχουσα πρακτική, ακόµη και σε αγροτικές περιοχές
υψηλής παραγωγικότητας επιτρέπονται συγκεκριµένες χρήσεις
(περιλαµβανοµένης της εγκατάστασης µεταποιητικών επιχειρήσεων),
αφού µία ύπαιθρος χωρίς υποδοµές και άλλες λειτουργίες θα ήταν
πλήρως αποστεωµένη και µη λειτουργική.
Για περισσότερες πληροφορίες:
∆ηµήτρης Ιµπραήµ: 210 38 06 374 & 375, 6979 44 33 05