Η GREENPEACE (και πάλι) ΣΕ ΔΙΚΗ (3/11/2000)

γιατί διαμαρτυρήθηκε για τα απόβλητα της ΛΑΡΚΟ

δελτίο τύπου - 3 Νοεμβρίου, 2000

3-11-2000

Τη Δευτέρα 6 Νοεμβρίου, 12 ακτιβιστές της Greenpeace δικάζονται στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αταλάντης, επειδή δύο χρόνια πριν διαμαρτυρήθηκαν για τα τοξικά απόβλητα της ΛΑΡΚΟ. Τα απόβλητα αυτά ρίχνονται ακόμη και σήμερα στον Β. Ευβοϊκό, κατά παράβαση των διεθνών συμφωνιών που απαγορεύουν την πόντιση επικίνδυνων αποβλήτων στη θάλασσα.

Οι 12 ακτιβιστές της Greenpeace (11 Έλληνες και ένας Ισπανός) συνελήφθησαν στις 7-11-1998, κατά τη διάρκεια εξαήμερης κατάληψης των εγκαταστάσεων της ΛΑΡΚΟ στη Λάρυμνα, επειδή η εν λόγω εταιρεία ποντίζει εκατομμύρια τόνους τοξικών σκουριών στο Β. Ευβοϊκό (η μόνη που επιμένει στην απαράδεκτη αυτή πρακτική στο χώρο της Μεσογείου). Οι ακτιβιστές της Greenpeace κατηγορούνται για "παράνομη βία και διατάραξη οικιακής ειρήνης κατά συναυτουργία", κατηγορίες που τους αποδόθηκαν επειδή εμπόδισαν φορτηγίδα της ΛΑΡΚΟ να απορρίψει τοξικά στη θάλασσα.

Να σημειώσουμε ότι στις 11-11-98, άλλα 9 μέλη της Greenpeace είχαν συλληφθεί στον ίδιο χώρο και δικάστηκαν στις 14-11-98. Τότε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας τους έκρινε αθώους, θεωρώντας πως με τις πράξεις τους υπερασπίζονταν ένα μείζον αγαθό, όπως είναι το περιβάλλον.

"Η απόρριψη εκατομμυρίων τόνων τοξικής σκουριάς στον Β. Ευβοϊκό είναι ένα διαρκές περιβαλλοντικό έγκλημα", επεσήμανε ο Στέλιος Ψωμάς, διευθυντής του ελληνικού γραφείου της Greenpeace. "Η πρακτική αυτή ενέχει κινδύνους για το θαλάσσιο περιβάλλον και τη δημόσια υγεία. Είναι επιπλέον και παράνομη, αφού η διεθνής νομοθεσία απαγορεύει την πόντιση αυτών των ουσιών στη θάλασσα. Απαιτούμε από τη ΛΑΡΚΟ και την κυβέρνηση να πάψουν να θεωρούν τη θάλασσα ως μια απέραντη χωματερή. Απαιτούμε την άμεση παύση της απόρριψης τοξικών αποβλήτων στη θάλασσα".

Η πόντιση της τοξικής σκουριάς στον Β. Ευβοϊκό αποτελεί την κύρια πηγή διοχέτευσης βαρέων μετάλλων στα ιζήματα και στα αιωρούμενα σωματίδια του νερού του όρμου της Λάρυμνας, ενώ η λεπτόκοκκη φάση της σκουριάς, τα αέρια και η σκόνη από τις καπνοδόχους του εργοστασίου, συμπληρώνουν την επιβάρυνση του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Σε σχετική του έκθεση το 1998 το Εθνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΚΘΕ) αναφέρει επί λέξει:

"Συμπερασματικά, η απόρριψη σκουριάς στα βενθικά οικοσυστήματα της περιοχής έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ποικιλότητα και αφθονία ειδών των βιοκοινωνιών... Με βάση τα παραπάνω θεωρούμε ότι η απόρριψη σκωριών δεν θα πρέπει να γίνεται στο θαλάσσιο αποδέκτη και πρέπει να αναζητηθούν λύσεις για τη μη απόρριψη της σκουριάς στη θάλασσα".

Η απόρριψη των μεταλλευτικών σκουριών στη θάλασσα από τη ΛΑΡΚΟ γίνεται δυστυχώς νομότυπα. Τόσο η άδεια για την απόθεση, όσο και η οριοθετημένη περιοχή απόρριψης καθορίζονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις των υπουργών Υγείας, Ανάπτυξης και Εμπορικής Ναυτιλίας.

Η Διεθνής Σύμβαση για την Πρόληψη της Θαλάσσιας Ρύπανσης από Απόρριψη Καταλοίπων και 'Aλλων Υλών (γνωστή ως Πρωτόκολλο της Σύμβασης του Λονδίνου του 1996) απαγορεύει ρητά την πόντιση (δηλαδή την απόρριψη με πλοία) οποιουδήποτε υλικού στη θάλασσα, πλην πολύ συγκεκριμένων εξαιρέσεων. Οι σκουριές των μεταλλουργικών βιομηχανιών δεν περιλαμβάνονται σε αυτές τις εξαιρέσεις. Η Ελλάδα ανήκει στα συμβαλλόμενα μέρη αυτής της διεθνούς σύμβασης, έχει κυρώσει την σύμβαση και τις τροποποιήσεις της με το Νόμο 1147/81 και το Προεδρικό Διάταγμα 68/95 και η Σύμβαση του Λονδίνου αποτελεί συνεπώς νόμο του ελληνικού κράτους. Σύμφωνα λοιπόν με την ισχύουσα νομοθεσία, η απόρριψη των σκουριών της ΛΑΡΚΟ θα έπρεπε να σταματήσει από 1-1-96. Παρόλα αυτά, η ελληνική κυβέρνηση χρησιμοποιεί το εξής τέχνασμα για να παρακάμψει τις διεθνείς συμβάσεις:

θεωρεί επικίνδυνη την πόντιση αποβλήτων στα διεθνή ύδατα και την απαγορεύει, ενώ αντίθετα επιτρέπει την παράλογη αυτή πρακτική στα εθνικά χωρικά ύδατα!

Mετά τη δυναμική διαμαρτυρία της Greenpeace, η κυβέρνηση, με κοινή υπουργική απόφαση της 23-12-98, έδωσε και νέα άδεια στη ΛΑΡΚΟ για πόντιση των αποβλήτων της ως τα τέλη του 2001. Σε μια προσπάθεια να χρυσώσει το χάπι, η απόφαση αυτή έθετε κάποιους όρους στη ΛΑΡΚΟ και συγκεκριμένα την υποχρέωση εκπόνησης μελετών για να σταματήσει σταδιακά η πόντιση αποβλήτων στη θάλασσα. Κάποιες από τις μελέτες αυτές έπρεπε να ολοκληρωθούν ως τα τέλη του 1999, ώστε να ξεκινήσει η υλοποίησή τους μέσα στο 2000. Κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει μέχρι τώρα, παρόλο που τα οικονομικά της εταιρείας υπήρξαν, για πρώτη φορά, ιδιαίτερα ανθηρά τα τελευταία δύο χρόνια (κέρδη της τάξης των 20 δις. δρχ ετησίως).

Μετά την κατάληψη των εγκαταστάσεων της ΛΑΡΚΟ από την Greenpeace το 1998, η κ. Διαμαντοπούλου (τότε υφυπουργός Ανάπτυξης και σημερινή Επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης) αναγνώρισε την ανάγκη να βρεθεί λύση στο πρόβλημα και να πάψει η απόρριψη των αποβλήτων στη θάλασσα. Κλήθηκαν λοιπόν από την κ. Διαμαντοπούλου οι εκπρόσωποι της ΛΑΡΚΟ να καταθέσουν τεχνικές προτάσεις για την αξιοποίηση της σκουριάς στη στεριά και έγιναν και σχετικές επαφές με βιομηχανίες νικελίου στο εξωτερικό. Ο περιβαλλοντικός εκσυγχρονισμός της ΛΑΡΚΟ, θα αυξήσει την αποδοτικότητα του εργοστασίου, θα μειώσει το κόστος παραγωγής, θα κάνει την εταιρεία περισσότερο ανταγωνιστική και θα διασφαλίσει τις θέσεις εργασίας, επιχειρήματα που από την πρώτη στιγμή πρόβαλε η Greenpeace.

Οι μεταλλουργικές εγκαταστάσεις της ΛΑΡΚΟ Α.Ε. βρίσκονται στο ΝΑ σκέλος του όρμου της Λάρυμνας στον Βόρειο Ευβοϊκό. Το παραγόμενο προϊόν είναι κράμα σιδηρονικελίου το οποίο εξάγεται σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες και το οποίο χρησιμοποιείται για παραγωγή ανοξείδωτου χάλυβα. Η ΛΑΡΚΟ δεν φημίζεται για τις περιβαλλοντικές της επιδόσεις. Μία επίσκεψη και μόνο στο χώρο των εγκαταστάσεων, αρκεί για να διαπιστώσει κανείς πως η παρωχημένη τεχνολογία και η κακή διαχείριση επιβαρύνουν πολλαπλώς το περιβάλλον: έντονη ατμοσφαιρική ρύπανση, απορρίψεις τοξικών ουσιών μέσα στον κλειστό, και αβαθή πλέον, όρμο της Λάρυμνας, και απόρριψη εκατομμυρίων τόνων τοξικής σκουριάς στον Β. Ευβοϊκό.

Το τελικό προϊόν της μονάδας είναι σιδηρονικέλιο σε κοκκοποιημένη μορφή. Ως παραπροϊόντα της παραγωγικής διαδικασίας προκύπτουν σκουριές (από τις ηλεκτροκαμίνους και τη μονάδα μεταλλακτών). Οι σκουριές των ηλεκτροκαμίνων, οι οποίες σύμφωνα με στοιχεία του ΥΠΕΧΩΔΕ ανέρχονται σε περίπου 2 εκατ. τόνους ετησίως, συγκεντρώνονται αρχικά σε παράκτια δεξαμενή, ενώ οι σκουριές μεταλλακτών υφίστανται μια αρχική επεξεργασία και στη συνέχεια εξάγονται σε αγοραστές του εξωτερικού. Η κοκκοποιημένη σκουριά καθιζάνει στην παράκτια δεξαμενή, ενώ το νερό ψύξης υπερχειλίζει στον όρμο της Λάρυμνας συμπαρασύροντας και μεγάλη ποσότητα σκουριάς. Η ίδια η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων που κατέθεσε η ΛΑΡΚΟ αναφέρει ότι πάνω από 30.000 τόνοι σκουριάς ετησίως καταλήγουν λόγω υπερχείλισης μέσα στον κλειστό και αβαθή όρμο, μαζί βέβαια με όλα τα τοξικά μέταλλα που η σκουριά αυτή περιέχει. Κάθε φορά που οι τεράστιοι όγκοι της σκουριάς απειλούν να κλείσουν το δίαυλο που χρησιμοποιούν οι φορτηγίδες της ΛΑΡΚΟ, η εταιρεία μισθώνει βυθοκόρους, βαθαίνει το δίαυλο και απορρίπτει αυτή τη σκουριά στα ανοικτά.

Μέρος της σκουριάς της ΛΑΡΚΟ πωλείται για υλικό αμμοβολής (για να καταλήξει εμμέσως και πάλι στη θάλασσα) ή ως πρόσθετο στην τσιμεντοβιομηχανία. Η ποσότητα που διατίθεται ετησίως γι' αυτές τις χρήσεις είναι, σύμφωνα με τη ΛΑΡΚΟ, περίπου 700.000 τόνοι. Η υπόλοιπη σκουριά (περίπου 1,3 εκατ. τόνοι ετησίως) φορτώνεται σε ειδικά πλοιάρια και απορρίπτεται σε καθορισμένη περιοχή του Β. Ευβοϊκού. Όχι φυσικά χωρίς επιπτώσεις.

H Greenpeace:

* Ζητά την άμεση παύση της απόρριψης τοξικών αποβλήτων στο Β. Ευβοϊκό από τη βιομηχανία ΛΑΡΚΟ.

* Ζητά να σταματήσουν οι αρμόδιες αρχές και η βιομηχανία να αντιμετωπίζουν τη θάλασσα ως χωματερή και να σεβαστούν το διεθνές δίκαιο.

* Ζητά μια στροφή σε διαδικασίες "καθαρής παραγωγής", οι οποίες διασφαλίζουν τη θαλάσσια ζωή, τη δημόσια υγεία και, επιπλέον, ένα υγιές και βιώσιμο μέλλον για την ίδια τη βιομηχανία και τους εργαζόμενους σ' αυτήν.

Κατηγορίες