Want to do more?
Πάτα εδώ ×

Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε πρόσφατα από το αμερικανικό γραφείο της Greenpeace αποκαλύπτει πώς οι εταιρείες προϊόντων ευρείας κατανάλωσης όπως η Coca-Cola, η PepsiCo, και η Nestlé προωθούν την αύξηση της παραγωγής πλαστικού, απειλώντας έτσι το κλίμα και τις κοινότητες σε όλον τον κόσμο. Η έρευνα, με τίτλο “The Climate Emergency Unpacked: How Consumer Goods Companies are Fueling Big Oil’s Plastic Expansion”, αποκαλύπτει τις εμπορικές σχέσεις μεταξύ των μεγαλύτερων εταιρειών καταναλωτικών προϊόντων και των εταιρειών ορυκτών καυσίμων.

© Greenpeace

“Οι ίδιες μεγάλες μάρκες που ευθύνονται για την πλαστική ρύπανση έχουν συμμετοχή και στην επιδείνωση της κλιματικής κρίσης”, ανέφερε η Άντζελα Λάζου Dean, συντονίστρια εκστρατειών στο ελληνικό γραφείο της Greenpeace. “Παρά τις μεγάλες προσπάθειές τους να παρουσιάζονται φιλικές προς το κλίμα, εταιρείες όπως η Coca-Cola, η PepsiCo και η Nestlé δουλεύουν μαζί με τη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων για να αυξήσουν την παραγωγή πλαστικού, κάτι που θα μπορούσε να συμβάλλει δραματικά στην αύξηση των καταστροφικών εκπομπών αερίων και σε έναν πλανήτη που έχει υπερθερμανθεί χωρίς καμία σωτηρία.”

Παρόλο που η εφοδιαστική αλυσίδα των πλαστικών είναι κυρίως αδιαφανής, η έρευνα εντόπισε σύνδεση μεταξύ εννέα εταιρειών παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων και τουλάχιστον μίας μεγάλης εταιρείας ορυκτών καυσίμων ή/και πετροχημικών. Σύμφωνα με την έρευνα, η Coca-Cola, η PepsiCo, η Nestlé, η Mondelēz, η Danone, η Unilever, η Colgate Palmolive, η Procter & Gamble και η Mars, όλες αγοράζουν συσκευασίες από κατασκευαστές που προμηθεύονται πλαστική ρητίνη ή πετροχημικά από γνωστές εταιρείες όπως η ExxonMobil, η Shell, η Chevron Phillips, η Ineos και η Dow. Εξαιτίας της έλλειψης διαφάνειας γύρω από αυτές τις εμπορικές σχέσεις, οι εταιρείες καταναλωτικών προϊόντων πιθανόν να έχουν την ευκαιρία να αποφεύγουν να λογοδοτούν για περιβαλλοντικές παραβιάσεις ή για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττονται από τις εταιρείες που τους προμηθεύουν το πλαστικό για τις συσκευασίες τους. Εδώ και χρόνια, ζητάμε από τις εταιρείες αυτές να δημοσιεύουν το αποτύπωμά τους ετησίως (πόσο και τι πλαστικό χρησιμοποιούν, τι ρύπους προκαλεί το πλαστικό τους σε όλον τον κύκλο ζωής τους.

Η έρευνα αναφέρει επίσης ότι οι εταιρείες καταναλωτικών προϊόντων έχουν γίνει συνέταιροι με τις εταιρείες ορυκτών καυσίμων εδώ και δεκαετίες ώστε να προωθήσουν την ανακύκλωση του πλαστικού, παρότι αυτή έχει αποτύχει. Στην ουσία, και οι δύο βιομηχανίες προωθούν μία ψευδολύση με στόχο να αυξάνουν τη χρήση του πλαστικού και των ορυκτών καυσίμων ταυτόχρονα. Στην έρευνα αναλύεται το πώς οι δύο αυτές βιομηχανίες έχουν δουλέψει από κοινού για να αντιταχθούν σε νομοθεσίες που θα περιόριζαν τις συσκευασίες μίας χρήσης και έχουν υποστηρίξει σχέδια για “χημική ή εξελιγμένη ανακύκλωση”. Βρέθηκε ότι οι βιομηχανίες συχνά χρησιμοποιούν ομάδες “βιτρίνα” που υποστηρίζουν αυτές τις ψευδολύσεις, όπως η Alliance to End Plastic Waste, η Recycling Partnership, και το American Chemistry Council. 

“Είναι ξεκάθαρο ότι πολλές εταιρείες καταναλωτικών προϊόντων θέλουν να κρύψουν τις βολικές τους σχέσεις με τις εταιρείες ορυκτών καυσίμων και τις πετροχημικές, όμως η έρευνα αποκαλύπτει τον βαθμό στον οποίο δουλεύουν έχοντας κοινούς στόχους, οι οποίοι ρυπαίνουν τον πλανήτη και βλάπτουν τις κοινότητες σε όλον τον κόσμο. Αν αυτές οι εταιρείες ενδιαφέρονταν πραγματικά για το περιβάλλον, θα σταματούσαν τη συνεργασία και θα στρέφονταν μακριά από τα πλαστικά μίας χρήσης άμεσα”, συμπλήρωσε η Άντζελα Λάζου Dean.

Αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, η παραγωγή πλαστικού θα μπορούσε να τριπλασιαστεί ως το 2050, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της βιομηχανίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Κέντρου Διεθνούς Περιβαλλοντικού Δικαίου (CIEL), αυτή η αύξηση θα έφερνε αύξηση στις παγκόσμιες εκπομπές από τον κύκλο ζωής του πλαστικού σε πάνω από 50% σε σχέση με τα επίπεδα του 2019 μέχρι το 2030, ποσοστό αντίστοιχο με 300 λιγνιτικά εργοστάσια παραγωγής ενέργειας. Όλα αυτά ενώ μιλάμε για την ίδια περίοδο που η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) έχει προειδοποιήσει ότι οι ανθρωπογενείς εκπομπές αερίων πρέπει να μειωθούν τουλάχιστον κατά 50% για να περιορίσουμε τη συγκράτηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας στον 1,5℃.

Η Greenpeace καλεί τις εταιρείες καταναλωτικών προϊόντων να στραφούν επειγόντως σε συστήματα επαναχρησιμοποίησης και μηδενικής συσκευασίας. Οι εταιρείες πρέπει να απεξαρτηθούν από όλα τα πλαστικά μίας χρήσης και να έχουν πλήρη διαφάνεια σχετικά με το πλαστικό τους αποτύπωμα, καθώς και το κλιματικό αποτύπωμα των συσκευασιών τους. Οι εταιρείες πρέπει να υποστηρίξουν μία παγκόσμια, φιλόδοξη Συνθήκη για τα πλαστικά, που θα εξετάσει όλον τον κύκλο ζωής του πλαστικού και θα δώσει έμφαση στη μείωσή του.

Διάβασε αναλυτικά την έρευνα στα αγγλικά εδώ.

Σημείωση: Σε πρόσφατο ρεπορτάζ από το Channel 4 News στο Ηνωμένο Βασίλειο, ένας λομπίστας της ExxonMobil καταγράφηκε στην κάμερα να λέει ότι “κάθε πλευρά του πλαστικού είναι μεγάλη μπίζνα”, σημειώνοντας ότι “θα μεγαλώσει”. Ο λομπίστας αποκαλεί τα πλαστικά “το μέλλον” την ίδια στιγμή που οι κοινωνίες σε όλον τον κόσμο μάχονται ενάντια στην πλαστική ρύπανση από τα μίας χρήσης και απαιτούν μειώσεις στη χρήση του. Συνεχίζει λέγοντας ότι η στρατηγική είναι να λένε “δεν μπορούμε να απαγορέψουμε τα πλαστικά, να γιατί”, συγκρίνοντάς τη με τις τακτικές που χρησιμοποιούνται για να υπονομεύσουν τη δράση για το κλίμα.