Τις τελευταίες ημέρες στη χώρα μας αναζωπυρώθηκε το ζήτημα της πώλησης λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ σε ιδιώτες, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι δανειστές για το άνοιγμα της αγοράς ενέργειας. Καθώς ο εγχώριος πολιτικός διάλογος έχει ανάψει για τα καλά, μία νέα έρευνα της Greenpeace, της Sierra Club και της CoalSwarm φέρνει στη δημοσιότητα στοιχεία που επιβεβαιώνουν ότι οι μεγάλες οικονομίες του πλανήτη εγκαταλείπουν μαζικά άνθρακα και λιγνίτη και στρέφονται στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Επιβεβαιώνουν, δηλαδή, αυτό που όλοι γνωρίζουμε εδώ και καιρό, αλλά ουδείς τολμάει να παραδεχτεί δημοσίως στην Ελλάδα:

Η εποχή του άνθρακα και του λιγνίτη τελείωσε

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, το 2016 ακυρώθηκε σχεδόν το 50% των ανθρακικών μονάδων που βρίσκονταν σε φάση σχεδιασμού παγκοσμίως. Συγκεκριμένα, από τα 1090 GW νέα έργα άνθρακα που βρίσκονταν σε αρχική ή προχωρημένη εξέλιξη το 2015, μόλις 570 GW ‘επέζησαν’ στο τέλος του 2016. Μεγάλο μέρος των ακυρώσεων προέρχεται από την Κίνα και την Ινδία, όπου τα χρόνια της ‘χρυσής εποχής’ του άνθρακα έφεραν προβλήματα υπερεπάρκειας ισχύος αλλά και αδιανόητα επίπεδα ρύπανσης, που οδήγησαν σε σοβαρή επιβάρυνση της δημόσιας υγείας. Ήδη η Greenpeace είχε αναφέρει πρόσφατα ότι οι εγκρίσεις νέων ανθρακικών σταθμών στην Κίνα για το 2016 είχαν μειωθεί κατά 85%! Από κοντά και οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία με ένα τεράστιο κύμα ακυρώσεων τα τελευταία δύο χρόνια. Η Μεγάλη Βρετανία, άλλωστε, έχει ήδη ανακοινώσει το ιστορικό τέλος του άνθρακα στην οικονομία της το 2025.

Το μέγεθος των ακυρώσεων – αδιανόητο μόλις πριν από δύο χρόνια – αποτελεί εξαιρετικό νέο για έναν κυρίως λόγο: για πρώτη φορά η ανθρωπότητα μοιάζει να μπαίνει σε τροχιά αποτροπής των μη-αναστρέψιμων κλιματικών αλλαγών. Σύμφωνα με την ανάλυση της Greenpeace, η ακύρωση των υπό σχεδιασμό έργων άνθρακα συνάδει με την προσπάθεια που απαιτείται για να κρατήσουμε την αύξηση της πλανητικής θερμοκρασίας κάτω από τους 2°C.

Εκπομπές από σταθμούς άνθρακα και υπερθέρμανση του πλανήτη

Βεβαίως απαιτείται πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια για να επιτευχθεί ο πιο ασφαλής στόχος του 1,5°C που αποφασίστηκε στην ιστορική συμφωνία του Παρισίου, ωστόσο κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει την ώθηση που θα δώσει στην παγκόσμια προσπάθεια αυτή η εξέλιξη. Ούτε, φυσικά, να αγνοήσει τις ραγδαίες αλλαγές που συντελούνται στον τομέα ενέργειας διεθνώς.

Εκτός αν αποτελεί μέλος της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας.

Η πολιτική συζήτηση στη χώρα, λοιπόν, αφορά κυρίως τη ΔΕΗ και το άνοιγμα της αγοράς ενέργειας και περιορίζεται αποκλειστικά στο αν θα εξαναγκαστεί η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού από τους δανειστές σε πώληση λιγνιτικών και υδροηλεκτρικών μονάδων σε ιδιώτες ή όχι. Καμία απολύτως πολιτική δύναμη δεν έχει αρθρώσει κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές το ενδεχόμενο η Ελλάδα σε 15 χρόνια από τώρα να έχει πλήρως απεξαρτηθεί από το λιγνίτη. Κάτι που φυσικά απαιτεί γρήγορο κλείσιμο των μονάδων – και όχι πώληση – και απελευθέρωση της αγοράς με τον εκσυγχρονισμό της ΔΕΗ και την ταχύτατη στροφή της – με πόρους και ανθρώπινο δυναμικό – στην καθαρή ενέργεια και στις ενεργειακές υπηρεσίες.

Τόσο η ενεργειακή στρατηγική που ‘παρουσίασε’ ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και οι πολιτικές προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας για μακροχρόνια ενεργειακή στρατηγική, αποκαλύπτουν το μέγεθος της άγνοιας (ή της αδιαφορίας) για τις διεθνείς ενεργειακές εξελίξεις και για τις κλιματικές υποχρεώσεις της χώρας. Για τη συνδικαλιστική ηγεσία της ΔΕΗ δεν το συζητάμε, αν ήταν στο χέρι τους θα έκαιγαν κάρβουνο μέχρι το τέλος του αιώνα.

Τα δεδομένα σήμερα παρουσιάζουν μία ξεκάθαρη εικόνα: οι μεγάλες οικονομίες εγκαταλείπουν το κάρβουνο με ταχείς ρυθμούς. Ο άνθρακας δεν είναι απλώς το ορυκτό καύσιμο με τη μεγαλύτερη συνεισφορά στην υπερθέρμανση του πλανήτη. Είναι μία (ξεπερασμένη) τεχνολογία του 19ου αιώνα που αδυνατεί να ανταγωνιστεί τις σύγχρονες και καθαρές πηγές ενέργειας. Ο πολιτικός διάλογος που υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον οφείλει να ξεκινάει αποκλειστικά από αυτήν την αφετηρία και οι συζητήσεις με τους δανειστές να έχουν ως επίκεντρο τη γρήγορη απανθρακοποίηση της ελληνικής οικονομίας.