Energy Poverty in Summer: Thermographic Camera's Image of Renovated Buildings' Interior - Madrid. © Greenpeace
Ειδικά κατά την τελευταία δεκαετία, αφού η μέση θερμοκρασία στη χώρα μας έχει πλέον ανέβει κατά 1,5 βαθμό σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, η ανάγκη για δροσισμό αφορά περισσότερους ανθρώπους σε περισσότερες περιοχές της χώρας και για μεγαλύτερο διάστημα. Μεγαλύτερη ανάγκη για δροσισμό σημαίνει αυξημένη ενεργειακή κατανάλωση, άρα και μεγαλύτερη οικονομική δαπάνη για ενέργεια.
© Greenpeace

Η ενέργεια είναι ένα αγαθό μεγάλης σημασίας, καθώς επηρεάζει καθοριστικά την ποιότητα της διαβίωσής μας. Θεωρείται μάλιστα ως δημόσιο αγαθό από την πλειονότητα των Ελλήνων [1]. Δεν μπορούμε να διανοηθούμε τις ζωές μας χωρίς πρόσβαση σε αρκετή ενέργεια σε μόνιμη βάση. Ή μήπως μπορούμε; Μήπως το αγαθό αυτό είναι ακόμα αρκετά δυσπρόσιτο για πολλούς από εμάς;

Τα δεδομένα δείχνουν ότι – όσον αφορά στη διαβίωση στα σπίτια μας – αυτό είναι γεγονός. Αν και το εύκρατο κλίμα της χώρας μας χαρακτηρίζεται ως ιδανικό για διαβίωση, με ήπιους χειμώνες και – μέχρι πρότινος – ήπια καλοκαίρια, όλοι έχουμε ανάγκη θέρμανσης στα σπίτια μας στη διάρκεια του χειμώνα. Για αυτήν γνωρίζαμε ανέκαθεν. Από τη δεκαετία του 1980 κι έπειτα, αρχικά κυρίως στις πόλεις, χρειαζόμαστε ολοένα και περισσότερο κλιματισμό το καλοκαίρι. Ειδικά κατά την τελευταία δεκαετία, αφού η μέση θερμοκρασία στη χώρα μας έχει πλέον ανέβει κατά 1,5 βαθμό σε σχέση με τα επίπεδα του 1990 [2], η ανάγκη αυτή αφορά περισσότερους ανθρώπους σε περισσότερες περιοχές της χώρας και για μεγαλύτερο διάστημα. Μεγαλύτερη ανάγκη για δροσισμό σημαίνει αυξημένη ενεργειακή κατανάλωση, άρα και μεγαλύτερη οικονομική δαπάνη για ενέργεια.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία (ΕΛΣΤΑΤ, Eurostat), οι λογαριασμοί ενέργειας αποτελούν περίπου το ένα πέμπτο των εξόδων στέγασης στην ΕΕ, με το ίδιο ποσοστό να αντιστοιχεί και στην Ελλάδα. Ταυτοχρόνως, πλέον του 60% όσων ενοικιάζουν διαμέρισμα ως μόνιμη κατοικία δαπανούν τουλάχιστον 40% του εισοδήματός τους για έξοδα στέγασης [3], ποσοστό που είναι προβληματικά μεγάλο. Για πολλούς από εμάς μία ενδεχόμενη αύξηση της κατανάλωσης επιφέρει ιδιαίτερη πίεση. Για κάθε πολίτη με χαμηλό ή μέσο εισόδημα και χαμηλής ενεργειακής κλάσης κατοικία, αυτό σημαίνει ότι ίσως να βρίσκονται –λίγο ή πολύ, μόνιμα ή προσωρινά- στο φάσμα της ενεργειακή φτώχειας.

Hot Barrel Action on Rooftop in Zagreb. © Ratko Mavar / Greenpeace
Κι αν πολλοί αισθάνονται ότι η κλιματική αλλαγή έχει την καλή πλευρά της, αφού οι χειμώνες δεν είναι πια πολύ κρύοι λόγω της παγκόσμιας υπερθέρμανσης, εντεινόμενο πρόβλημα είναι η άνεση των ανθρώπων στα σπίτια τους το καλοκαίρι, λόγω των επακόλουθων καυσώνων.
© Ratko Mavar / Greenpeace

Ως ενεργειακή φτώχεια εννοούμε την αδυναμία των ανθρώπων να διατηρήσουν συνθήκες θερμικής άνεσης στα σπίτια τους. Θερμική άνεση σημαίνει να αισθανόμαστε τόσο άνετα ώστε να μπορούμε χωρίς δυσκολία να κάνουμε όλα όσα θα θέλαμε να κάνουμε (να αναπαυθούμε άνετα οποιαδήποτε ώρα της ημέρας έχουμε χρόνο, να εργαστούμε εντός του σπιτιού, να φροντίσουμε ανθρώπους όπως παιδιά ή ηλικιωμένους, να κοιμηθούμε καλά το βράδυ, να κάνουμε οικιακές εργασίες ακόμα και όταν κάνει πολλή ζέστη). Και βεβαίως κάτι ακόμα πολύ βασικό: να προστατευθούμε από τις ακραίες θερμοκρασίες. Κι αν πολλοί αισθάνονται ότι η κλιματική αλλαγή έχει την καλή πλευρά της, αφού οι χειμώνες δεν είναι πια πολύ κρύοι λόγω της παγκόσμιας υπερθέρμανσης, εντεινόμενο πρόβλημα είναι η άνεση των ανθρώπων στα σπίτια τους το καλοκαίρι, λόγω των επακόλουθων καυσώνων. Άλλωστε, τα έξι από τα επτά θερμότερα έτη στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί τα τελευταία επτά χρόνια, και το 2025 ήταν το δεύτερο θερμότερο έτος των τελευταίων 30 ετών στην Ελλάδα, προκαλώντας και πολλούς θανάτους.

Η ενεργειακή φτώχεια έχει δύο αιτίες. Η πρώτη είναι η οικονομική αδυναμία των ανθρώπων να θερμάνουν (τον χειμώνα) ή/και να δροσίσουν (το καλοκαίρι) τα σπίτια τους αρκετά ώστε να αισθάνονται άνετα εντός τους. Η δεύτερη είναι ότι τα κτίρια στα οποία οι άνθρωποι διαμένουν δεν είναι αρκετά καλά ώστε να μπορούν εύκολα να θερμανθούν ή/και να δροσιστούν, αλλά και να διατηρήσουν την επιθυμητή θερμοκρασία, αφού αυτή δημιουργηθεί. Τα κτίρια στην Ελλάδα “μπάζουν” από παντού. Όχι επειδή ξεχνάμε παράθυρα ανοικτά ή δεν τα συντηρούμε, αλλά επειδή όταν σχεδιάστηκαν από τους κατασκευαστές εκείνοι “ξέχασαν” ότι αν είναι να φτιάξεις ένα σπίτι που θέλεις να κρατήσει για πολλά χρόνια, τότε είναι καλύτερα να το φτιάξεις όσο καλύτερα μπορείς. Αυτή η ενδεχομένως “κοινή λογική” δεν εφαρμόστηκε ευρέως –ούτε και σήμερα εφαρμόζεται, αφού ακόμα και τα νέα κτίρια δεν κατασκευάζονται με ύψιστα στάνταρ- κι έτσι έχουμε κληρονομήσει από τις προηγούμενες γενιές το εξής μεγάλο κτιριακό πρόβλημα.

Τα κτίρια στα οποία μένουμε (σπίτια), αλλά και εργαζόμαστε (εργασιακοί χώροι) “χάνουν” θερμότητα, άρα και ενέργεια, σχεδόν από κάθε πλευρά. Από τα κουφώματα (πόρτες εισόδου, μπαλκονόπορτες, παράθυρα) και από τα ρολά τους, από τις σκεπές ή οροφές, ακόμα και από τα πατώματα. Έτσι δεν αποτελεί έκπληξη ότι πολλοί Έλληνες δηλώνουν ότι η αδυναμία θέρμανσης ή/και δροσισμού των σπιτιών τους επηρεάζει τη διαβίωση, την παραγωγικότητα και άλλους παράγοντες της ζωής τους [1]. Αυτό είναι ένα κοινό πρόβλημα, επειδή περισσότερες από τις μισές κατοικίες στη χώρα έχουν χτιστεί πριν από την εισαγωγή του Κανονισμού Θερμομόνωσης το 1979. Φτιαγμένα χωρίς θερμομόνωση και με χαμηλά στάνταρ, τα περισσότερα έχουν φτιαχτεί για μία άλλη εποχή και είναι ανεπαρκή σε ποιότητα για να καλύψουν τις σύγχρονες ανάγκες. 

Περισσότερες από τις μισές κατοικίες φτιάχτηκαν χωρίς θερμομόνωση και με χαμηλά στάνταρ – για μία άλλη εποχή – και είναι ανεπαρκή σε ποιότητα για να καλύψουν τις σύγχρονες ανάγκες. Οι πολίτες όμως ιφείλουν να έχουν συνθήκες διαβίωσης που θα τους προστατεύσουν από τις άμεσες συνέπειες της κλιματικής κρίσης στην καθημερινότητά τους.

Για να αλλάξει αυτή η κατάσταση χρειάζονται αποφασιστικές κινήσεις με στόχο πολύ περισσότερες και καλύτερες ενεργειακές αναβαθμίσεις κατοικιών. Ο σκοπός πρέπει να είναι ξεκάθαρος: Οι πολίτες να εξασφαλίσουν καλές συνθήκες διαβίωσης, που θα τους προστατεύσουν από τις άμεσες συνέπειες της κλιματικής κρίσης στην καθημερινότητά τους. Οι δυνατότητες για την αξιοποίηση πόρων είναι πολλές (π.χ. Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα). Με τις σωστές κινήσεις και πολιτικές, η χρήση των πόρων αυτών μπορεί να γίνει πολύ πιο αποτελεσματική για τους ανθρώπους που τους χρειάζονται περισσότερο.

Πηγές

[1] Η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση στην Ελλάδα, Έκθεση ερευνητικών αποτελεσμάτων, Ελληνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ), 2025.

[2, 4] Climatebook.gr: Κλιματική αποτίμηση 2025 – Παρουσίαση της 22ης Ιανουαρίου 2026 διαθέσιμη στον σύνδεσμο https://climatebook.gr/statistics/klimatiki-apotimisi-2025/