
Μια νέα έκθεση[1] από το γραφείο της Greenpeace σε Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη κατατάσσει 15 μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, ανάμεσά τους και την Αθήνα, με βάση την πρόοδό τους στην κατάργηση της θέρμανσης των κτιρίων με ορυκτά καύσιμα. Η έκθεση επισημαίνει ότι πολλές πόλεις συνεχίζουν να επενδύουν σε υποδομές ορυκτού αερίου και να εξαρτώνται από αυτό. Από τις 15 πόλεις, η Στοκχόλμη, το Παρίσι και η Βιέννη βρίσκονται στις πρώτες θέσεις, ενώ η Αθήνα στις τελευταίες. Η Greenpeace ζητά πολιτική, ρυθμιστική και οικονομική στήριξη από την ΕΕ και τις εθνικές κυβερνήσεις, ώστε να επιταχυνθεί η μετάβαση σε λύσεις θέρμανσης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σε τοπικό επίπεδο. Η έκθεση δημοσιεύεται την ώρα που οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της ΕΕ συζητούν για το ενεργειακό μέλλον της Ευρώπης, ενώ οι τιμές ανεβαίνουν και οι ανάγκες για θέρμανση αναμένεται να αυξηθούν.
Όσον αφορά τον Δήμο Αθηναίων, κατατάσσεται στη δέκατη τρίτη θέση. Η ανακαίνιση και η ηλεκτροδότηση προχωρούν, αλλά η μετάβαση στον τομέα της θέρμανσης παραμένει περιορισμένη και μικτή, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα για την κατάργηση της θέρμανσης με ορυκτά καύσιμα. Υπάρχει μια σχετικά σαφής πολιτική κατεύθυνση προς πιο ενεργειακά αποδοτικά κτίρια, αλλά περιορισμένα στοιχεία για μια μεγάλης κλίμακας μετάβαση σε συστήματα θέρμανσης χωρίς ορυκτά καύσιμα. Ο Δήμος διαθέτει εργαλεία για να σχεδιάσει και να επιταχύνει την τοπική ενεργειακή μετάβαση, ιδιαίτερα στο δημοτικό κτιριακό απόθεμα και στον τοπικό ενεργειακό σχεδιασμό. Ωστόσο, βασικές αποφάσεις που καθορίζουν τη μετάβαση της θέρμανσης στο σύνολο της πόλης, από τα εθνικά προγράμματα εξοικονόμησης και εξηλεκτρισμού έως το ρυθμιστικό πλαίσιο για το ορυκτό αέριο, λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο.
Για να επιταχυνθεί η μετάβαση, προτεραιότητα χρειάζεται να δοθεί στον καθορισμό σαφούς χρονοδιαγράμματος για τη σταδιακή κατάργηση της θέρμανσης με ορυκτά καύσιμα και στην ολοκλήρωση ενός χωρικού σχεδίου για τη θέρμανση σε επίπεδο πόλης, καθώς και στην επέκταση της χρήσης αντλιών θερμότητας (και, ευρύτερα, του εξηλεκτρισμού της θέρμανσης) και στην αποφυγή της αντικατάστασης συστημάτων πετρελαίου με νέα συστήματα αερίου.
“Το ορυκτό αέριο τροφοδοτεί τα ακραία καιρικά φαινόμενα, αυξάνει το κόστος διαβίωσης και απειλεί την ανεξαρτησία της Ευρώπης. Η επιτυχία ή η αποτυχία της μετάβασης της Ευρώπης μακριά από το ορυκτό αέριο θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό σε τοπικό επίπεδο. Οι πόλεις και οι κυβερνήσεις πρέπει να επιταχύνουν τη μετάβασή τους, και αυτό θα συμβεί μόνο αν η ΕΕ χαράξει μια σαφή πορεία για τη σταδιακή κατάργηση του ορυκτού αερίου και αν παρέχεται άμεση ρυθμιστική και οικονομική στήριξη από την ΕΕ και τις εθνικές κυβερνήσεις”, δήλωσε η Eszter Matyas, υπεύθυνη της εκστρατείας για την ενέργεια στην Ευρώπη, από το γραφείο της Greenpeace σε Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Εκτός από τον μεγάλο κίνδυνο εγκλωβισμού στις τιμές του αερίου, η έκθεση επισημαίνει τα απτά οφέλη των έργων ανακαίνισης και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας: έργα αντλιών θερμότητας, μόνωσης και ηλιακής ενέργειας σε Παρίσι, Βιέννη και Μαδρίτη, καταγράφουν σημαντική μείωση των λογαριασμών ενέργειας. Οι εγκαταστάσεις συστημάτων μετατροπής ηλεκτρικής ενέργειας σε θερμότητα και ηλεκτρικών λεβήτων σε Βερολίνο και Άμστερνταμ αποτελούν εξαιρετικά παραδείγματα συστημάτων ανθεκτικών τόσο στις διακυμάνσεις των τιμών των καυσίμων όσο και στις διαταραχές του εφοδιασμού. Η Στοκχόλμη και η Κοπεγχάγη αποδεικνύουν ότι η μετάβαση σε νέες μορφές θέρμανσης μπορεί να μειώσει σημαντικά την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα που διακινούνται διεθνώς, βελτιώνοντας την ενεργειακή ασφάλεια. Το κλείσιμο τοπικών λεβήτων αερίου στη Βαρσοβία οδήγησε σε δραστική μείωση των εκπομπών NOx και των αιωρούμενων σωματιδίων. Εκτός από την ποιότητα αέρα, η θερμική άνεση επίσης βελτιώνεται σημαντικά μέσω της ανακαίνισης, όπως δείχνουν έργα στο Παρίσι ή στο Βερολίνο.
Η κατάταξη δείχνει ότι το μεγαλύτερο κενό δεν είναι πλέον η φιλοδοξία, αλλά η υλοποίηση. Μεταξύ των βασικών προτεραιοτήτων για τις πόλεις που επιδιώκουν να καταργήσουν τη θέρμανση με ορυκτά καύσιμα χωρίς να μετακυλήσουν το κόστος και τους κινδύνους στους κατοίκους, πρέπει να καθοριστεί συγκεκριμένη ημερομηνία για την πλήρη κατάργηση της θέρμανσης με ορυκτά καύσιμα, να μετατραπούν τα χωρικά σχέδια θέρμανσης σε συγκεκριμένα έργα, προϋπολογισμούς και ημερομηνίες υλοποίησης, να αποκλειστούν οι νέοι λέβητες ορυκτών καυσίμων και να δοθεί προτεραιότητα στις ενεργειακά αναποτελεσματικές και ενεργειακά φτωχές κατοικίες. Συνολικά, οι πόλεις χρειάζονται πολιτική, ρυθμιστική και οικονομική υποστήριξη.
Ο Δήμος Αθηναίων και όλοι οι Δήμοι της χώρας καλούνται να αξιοποιήσουν πλήρως τα εργαλεία που διαθέτουν και να προχωρήσουν σε ολοκληρωμένο σχεδιασμό για τη μετάβαση της θέρμανσης (και της ψύξης) μακριά από τα ορυκτά καύσιμα. Οι κρίσιμες ρυθμιστικές και χρηματοδοτικές αποφάσεις, ωστόσο, λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο. Η κυβέρνηση οφείλει να διαμορφώσει ένα συνεκτικό πλαίσιο που θα επιτρέψει και θα επιταχύνει αυτή τη μετάβαση, αντί να συντηρεί την εξάρτηση από το ορυκτό αέριο.
Σημειώσεις για συντάκτες:
[1] Διαβάστε εδώ όλη την έκθεση: “Gas-Free cities? European Urban Heat Transition Ranking – A ranking of 15 European cities on fossil-heat phase-out, infrastructure, delivery and social fairness”.
Στην κορυφή της κατάταξης, η Στοκχόλμη, το Παρίσι και η Βιέννη πρωτοστατούν στη μετάβαση χάρη στον ισχυρό μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, τις σημαντικές επενδύσεις σε δίκτυα τηλεθέρμανσης και τις ισχυρές κοινωνικές προστασίες. Η Κοπεγχάγη και το Άμστερνταμ είναι πόλεις με σαφή βελτίωση, αλλά εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις υποδομές ορυκτού αερίου. Η μεσαία κατηγορία (Βουδαπέστη, Πράγα, Βερολίνο, Βαρσοβία, Βρυξέλλες) παρουσιάζει αντικρουόμενα προφίλ: ορισμένες πόλεις καταγράφουν καλύτερες επιδόσεις στον τομέα της διακυβέρνησης, ενώ άλλες παρουσιάζουν καλύτερα τρέχοντα αποτελέσματα, αλλά όλες περιορίζονται από ελλιπείς σχεδιασμούς μετάβασης. Στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης, η Αθήνα, η Ρώμη και το Βουκουρέστι αντιμετωπίζουν θεμελιώδη κενά: υψηλό βαθμό εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, ελλιπή σχεδιασμό σε επίπεδο πόλης και αδύναμους μηχανισμούς υλοποίησης.


