
Η Ελλάδα βρίσκεται στην αρχή μιας μεγάλης επέκτασης των data centers, χωρίς όμως να έχει ακόμη διαμορφώσει ένα αντίστοιχα αυστηρό και διαφανές πλαίσιο για τις περιβαλλοντικές και ενεργειακές επιπτώσεις τους. Σύμφωνα με το Solomon, σήμερα λειτουργούν 21 data centers συνολικής εγκατεστημένης ισχύος 44 MW, με ετήσια κατανάλωση περίπου 65 GWh ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα, οκτώ νέα έργα συνολικής ισχύος 547,5 MW έχουν ήδη εξασφαλίσει σύνδεση στο δίκτυο, ενώ περίπου 30 ακόμη αιτήματα, συνολικής ισχύος κοντά στα 3 GW, βρίσκονται σε εκκρεμότητα.
Η διαφορά κλίμακας είναι τεράστια. Από τα 44 MW των σημερινών εγκαταστάσεων, η χώρα περνά σε έργα εκατοντάδων MW, με την Αττική να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος της νέας ισχύος. Σήμερα, όμως, η περιβαλλοντική αδειοδότηση δεν αντιμετωπίζει όλα τα data centers με τον ίδιο τρόπο. Με βάση την ισχύουσα κατάταξη, τα data centers με ηλεκτρική ισχύ εγκατάστασης έως κάτω από 20 MW κατατάσσονται στην κατηγορία Β και υπάγονται σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις, χωρίς υποβολή Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ)**. Μόνο από τα 20 MW και πάνω απαιτείται περιβαλλοντική αδειοδότηση κατηγορίας Α και ΜΠΕ. Την ίδια στιγμή, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη θεσπιστεί αυστηρότερες ειδικές απαιτήσεις για τα data centers σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα ισχύος.
Όταν μάλιστα σχεδιάζονται πολλές μεγάλες εγκαταστάσεις στην ίδια ευρύτερη περιοχή, όπως για παράδειγμα στην ΒΙΠΕ Ιωαννίνων, δεν υπολογίζονται οι σωρευτικές επιπτώσεις που αυτές έχουν σε ηλεκτρικό δίκτυο, νερό, θόρυβο, εκπομπές και χρήσεις γης (πχ αγροτική εκμετάλλευση, μεταποίηση, κ.ά.). Αντίθετα, δίνονται ξεχωριστές άδειες που απαιτούν λιγότερο αυστηρή περιβαλλοντική αδειοδότηση, όπως αναφέραμε και παραπάνω.
Η αυστηρότερη περιβαλλοντική αδειοδότηση είναι λοιπόν μονόδρομος σε σχέση με την ανάπτυξη των data centers. Η κυβέρνηση πρέπει να επανεξετάσει το όριο των 20 MW και να προβλέψει υποχρεωτική ΜΠΕ για τα data centers, καθώς και μηχανισμό ελέγχου των σωρευτικών επιπτώσεων όταν υπάρχουν πολλαπλές εγκαταστάσεις στην ίδια περιοχή.
Επίσης απαιτείται πλήρης διαφάνεια: Η ανάπτυξη των data centers γίνεται μέσα σε ένα εντελώς αδιαφανές καθεστώς, αφού οι πολίτες δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση και ενημέρωση για το τι καταναλώνουν οι εγκαταστάσεις σε νερό και ενέργεια. Οι εταιρείες που λειτουργούν τα data centers έχουν υποχρέωση να δίνουν αυτά τα στοιχεία στην ευρωπαϊκή βάση δεδομένων μόνο αν αυτά έχουν εγκατεστημένη ισχύ από 500 kW και πάνω. Η γνωστοποίηση όμως της κατανάλωσης γίνεται μόνο σε επίπεδο χωρών και όχι ανά επιχείρηση ή ανά περιοχή, με πρόσχημα την προφύλαξη της ανταγωνιστικότητας.

Η επέκταση των data centers στην Ελλάδα είναι πολύ πιθανό να αυξήσει την πίεση τόσο στο ηλεκτρικό σύστημα όσο και στους υδάτινους πόρους. Επειδή οι εγκαταστάσεις λειτουργούν σε 24ωρη βάση, δημιουργούν υψηλά και σταθερά φορτία, αυξάνοντας την ανάγκη για επαρκή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και ενίσχυση των δικτύων. Η αυξημένη ζήτηση ενδέχεται επίσης να συμβάλει στην άνοδο του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας. Σε αυτό το πλαίσιο, υπάρχει ο κίνδυνος το αυξημένο κόστος που προκαλεί η νέα ζήτηση να επιβαρύνει τελικά τους οικιακούς καταναλωτές, εφόσον οι μεγάλες επιχειρήσεις εξασφαλίζουν την ενέργειά τους μέσω μακροχρόνιων ή σταθερών συμβολαίων και προστατεύονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις της αγοράς.
Παράλληλα, η κατανάλωση νερού αποτελεί κρίσιμο ζήτημα, ιδιαίτερα στην Ανατολική Αττική, όπου συγκεντρώνεται σημαντικό μέρος των νέων επενδύσεων, ενώ μέχρι σήμερα δεν υπάρχει πλήρης δημόσια εικόνα για τις πραγματικές ανάγκες νερού και τη συνολική επίδραση των εγκαταστάσεων στους υδάτινους πόρους.
Σημαντικές είναι επίσης οι τοπικές επιπτώσεις στις χρήσεις γης, καθώς μεγάλες εγκαταστάσεις καταλαμβάνουν σημαντικές εκτάσεις και μεταβάλλουν τον χαρακτήρα των περιοχών όπου χωροθετούνται. Επίσης αξιοσημείωτες είναι οι επιπτώσεις από τον συνεχή θόρυβο που συνδέεται με τη λειτουργία των συστημάτων ψύξης, εξαερισμού και εφεδρικής ηλεκτροπαραγωγής. Όσο αυξάνεται λοιπόν η συγκέντρωση μεγάλων εγκαταστάσεων στην ίδια περιοχή, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά η εξέταση των σωρευτικών επιπτώσεων και η δημοσιοποίηση πραγματικών στοιχείων για την κατανάλωση ενέργειας, νερού και τις περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις.
Σε όλη αυτή τη συζήτηση υπάρχει φυσικά και το ηθικό πλαίσιο της ραγδαίας ανάπτυξης των data center. Το πώς χρησιμοποιούνται τα δεδομένα μας και το πόσο ανεξέλεγκτη προχωρά η Τεχνητή Νοημοσύνη, που είναι και αυτά μεγάλη συζήτηση. Παρόλα αυτά, η όποια επέκταση των data center δεν μπορεί να γίνει χωρίς όρους, χωρίς ένα πλαίσιο και χωρίς τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών. Ήδη, κάτοικοι κοντά σε αυτά έχουν σοβαρούς προβληματισμούς και ανησυχίες, ενώ η χώρα μας υποφέρει από τις αυξήσεις των τιμών στην ενέργεια και τη λειψυδρία. Η ανάγκη λοιπόν για ένα πλαίσιο και για διάλογο με τις τοπικές κοινωνίες είναι ήδη εμφανής και τα επόμενα βήματα οφείλουν να γίνουν με αυτά ως γνώμονα.
**η ΜΠΕ αφορά εξατομικευμένη αξιολόγηση (με διαβούλευση), ενώ οι ΠΠΔ αφορούν αυτόματη υπαγωγή σε εκ των προτέρων καθορισμένους κανόνες (χωρίς διαβούλευση).


