
© Nicoletta Zarifi / Greenpeace
Η παρούσα κυβέρνηση έχει προωθήσει με ιδιαίτερο ζήλο την ιδέα η Ελλάδα να καταστεί “ενεργειακός κόμβος” στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Αυτό το “όραμα” ουσιαστικά συμπυκνώνεται στην ιδέα του “κόμβου ορυκτών καυσίμων στην ανατολική Μεσόγειο”, μέσω της διενέργειας εξορύξεων και της εγκατάστασης υποδομών εισαγωγής και μεταφοράς ορυκτού αερίου. Υποτίθεται ότι σημαντικά “εθνικά οφέλη” θα προκύψουν από την πραγμάτωση των σχεδίων αυτών μέσω της λεγόμενης “αναβάθμισης της γεωπολιτικής θέσης της χώρας” και της υποτιθέμενης ενεργειακής ασφάλειας. Δεν σχολιάζονται στις σχετικές ειδήσεις όμως οι επιπτώσεις στις περιοχές εγκατάστασης αυτών των μονάδων, ούτε η ασυμβατότητά τους με τους στόχους για απανθρακοποίηση, πράσινη μετάβαση της οικονομίας και αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.
Ένα από αυτά τα σχέδια αφορά στον τερματικό σταθμό εισαγωγής ορυκτού αερίου (LNG) -ή αλλιώς ΑΣΦΑ/FSRU- που έχει σχεδιαστεί για τη Θεσσαλονίκη και έχει αναλάβει να εγκαταστήσει και να λειτουργήσει η εταιρεία HelleniQ Energy (πρώην Ελληνικά Πετρέλαια). Συγκεκριμένα, το ΑΣΦΑ Θεσσαλονίκης είναι χωροθετημένο σχεδόν στο μέσο του Όρμου της Θεσσαλονίκης σε απόσταση από 3,1 ως 4,4 χλμ από τις γύρω ακτές της πόλης και των περιαστικών περιοχών, σχεδιάζεται να καταλάβει έκταση 80 στρεμμάτων με άδεια λειτουργία για 50 έτη. Η HelleniQ Energy, έχει ανακοινώσει ότι στοχεύει να το θέσει σε εμπορική λειτουργία το 2029 [1].
Οι αναπόφευκτες επιπτώσεις των ΑΣΦΑ στο θαλάσσιο περιβάλλον είναι μία παραμελημένη και πολύ σημαντική διάσταση των επιπτώσεων των μονάδων ΑΣΦΑ. Γι’ αυτό, δημοσιεύουμε την έκθεση του Ομότιμου Καθηγητή Παράκτιας Τεχνικής & Ωκεανογραφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γιάννη Κρεστενίτη για τις “Επιπτώσεις από την κατασκευή και λειτουργία του νέου FSRU στον Όρμο της Θεσσαλονίκης”[2] που εκπονήθηκε για το ελληνικό γραφείο της Greenpeace.
Ο Θερμαϊκός Κόλπος είναι ένας πολύτιμος φυσικός πόρος και όχι μόνο για τη Θεσσαλονίκη. Αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλιευτικές περιοχές στη βορειοανατολική Μεσόγειο, παράγοντας το 25% των ελλαδικών αλιευμάτων. Ο Κόλπος της Θεσσαλονίκης (Εσωτερικός Θερμαϊκός) “αποτελεί ένα ανθεκτικό αλλά ευαίσθητο παράκτιο οικοσύστημα”, το οποίο έχει μερικώς ανακάμψει κατά τα τελευταία χρόνια, αλλά λόγω των έντονων πιέσεων από ανθρώπινες δραστηριότητες, η υποβάθμισή του είναι εμφανής και είναι πολύ αμφίβολο αν έτσι μπορούν να επιτευχθούν οι θεσμοθετημένοι στόχοι για την προστασία του [2]. Οι περιοχές της Χαλάστρας και των ποτάμιων εκβολών Αξιού, Λουδία και Αλιάκμονα θεωρούνται από τις σημαντικότερες της χώρας για τη μυδοκαλλιέργεια, ενώ περιλαμβάνουν πολλές προστατευόμενες περιοχές.

© Γιάννης Κρεστενίτης
Οι επιπτώσεις στον Όρμο της Θεσσαλονίκης και στον Θερμαϊκό Κόλπο
Οι μονάδες ΑΣΦΑ χρησιμοποιούν εκατομμύρια τόνους κυβικών μέτρων θαλασσινού νερού ανά έτος, για να επαναεριοποιήσουν (ψύχοντας) το υγροποιημένο αέριο που μεταφέρεται σε αυτές με πλοία και να ισορροπούν το βάρος τους κατά τη μεταφορά. Σύμφωνα με τη νέα έκθεση, οι επιπτώσεις της εγκατάστασης και λειτουργίας του ΑΣΦΑ Θεσσαλονίκης στο θαλάσσιο περιβάλλον συνοψίζονται στα εξής:
- Χημική ρύπανση: Κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας φόρτωσης και επαναεριοποίησης, το χρησιμοποιημένο θαλασσινό νερό αποβάλλεται στη θάλασσα μαζί με τους θαλάσσιους οργανισμούς που είχαν εισέλθει στο πλοίο και με τις χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται, θανατώνοντας μεγάλες ποσότητες οργανισμών. Η ρύπανση αυτή οδηγεί τελικά στη μείωση της παραγωγικότητας της θαλάσσιας περιοχής, ενώ διασπείρεται σε μεγάλες αποστάσεις μέσω των ρευμάτων. Έτσι αναμένεται να επηρεάσει την περιοχή μυδοκαλλιεργειών, αλλά και τα θαλάσσια τμήματα του υγροτόπου RAMSAR και της Natura 2000 εντός του Όρμου (απόσταση 350μ. από την εγκατάσταση ΑΣΦΑ).
- Μείωση θαλάσσιων οργανισμών: Με την ίδια διαδικασία θανατώνονται τεράστιες ποσότητες οργανισμών (όχι μόνο ψαριών, αλλά και πλαγκτού, αυγών, προνυμφών, οστρακόδερμων και άλλων οργανισμών όπως μέδουσες κ.λπ.). Μοιραία, αυτή η τάση θα οδηγήσει σε μεγάλη μείωση της βιοποικιλότητας και –λόγω της μεγάλης σημασίας του Όρμου στην αλιευτική παραγωγικότητα ολόκληρου του Θερμαϊκού Κόλπου- σε μείωση των ιχθυαποθεμάτων. Επιπλέον, οι νεκροί οργανισμοί θα αποτελούν ρύπανση που χρήζει διαχείρισης.
- Θερμική ρύπανση: Οι ποσότητες νερού που απορρίπτονται στη θάλασσα ψυχρότερες από ό,τι εισήλθαν, προκαλούν αλλαγή της θερμοκρασίας στη θάλασσα, βλάπτοντας πολλά θαλάσσια είδη και επηρεάζοντας σημαντικά τα θαλάσσια ρεύματα. Η ποσότητα που θα “ρουφάει” το ΑΣΦΑ Θεσσαλονίκης αντιστοιχεί στο 75% του νερού που χρησιμοποιείται στο πολεοδομικό συγκρότημα Θεσσαλονίκης.
- Ακουστική ρύπανση: Η συνεχής λειτουργία των μηχανημάτων της πλωτής μονάδας (σε 24ωρη βάση) με πολλά μηχανήματα, αντλίες κ.λ.π. και η διέλευση ακόμα περισσότερων πλοίων στην περιοχή για εκφόρτωση προκαλούν μεγάλη αύξηση του θορύβου. Ο δυνατός θόρυβος είναι αρνητικός για τα οικοσυστήματα γενικώς, αλλά πολύ περισσότερο για τα θαλάσσια θηλαστικά (δελφίνια, φώκιες κ.ά.).
Επιπροσθέτως, η θαλάσσια ρύπανση από τα πλοία μεταφοράς αερίου (οι διαρροές στη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων αποτελούν μέρος της ρουτίνας) και η αύξηση της ναυσιπλοΐας στον Όρμο της Θεσσαλονίκης, αυξάνουν αναλόγως τους κινδύνους για μικρά και μεγάλα ατυχήματα.
Σύμφωνα με έρευνα του ελληνικού γραφείου της Greenpeace η πλειονότητα των πολιτών της Θεσσαλονίκης δεν γνωρίζει ότι υπάρχει σχέδιο εγκατάστασης μονάδας εισαγωγής ορυκτού αερίου (ΑΣΦΑ). Συνεπώς, συντριπτικό ποσοστό των κατοίκων δεν γνωρίζει για τις επιπτώσεις που θα υπάρξουν στην περιοχή, αν τελικά προχωρήσει το σχέδιο [3].
Η έκθεση για τις επιπτώσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον του Όρμου είναι διαφωτιστική για τις καταστροφικές επιπτώσεις του ΑΣΦΑ και πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα από κάθε φορέα. Είναι ώρα να δραστηριοποιηθούν ξανά οι δήμοι της περιοχής της Θεσσαλονίκης που είχαν εκφράσει την αντίθεσή τους στο εν λόγω σχέδιο, αλλά και η κοινωνία ολόκληρη, ώστε να ασκηθεί πίεση στην κυβέρνηση και να ακυρώσει το σχέδιο, με βάση και την πρόσφατη μεγάλη νίκη της κοινωνίας της Μαγνησίας ενάντια στην εκεί μονάδα FSRU. Ο Θερμαϊκός Κόλπος δεν χωράει άλλη επιβάρυνση και οι Θεσσαλονικείς αξίζουν καθαρότερο αέρα και ένα υγιές θαλάσσιο περιβάλλον για την περιοχή τους.
Αναφορές:
[1] Αρχές του 2029 η εμπορική λειτουργία του νέου FSRU στη Θεσσαλονίκη, 4/8/2025.
[2] Επιπτώσεις από την κατασκευή και λειτουργία του νέου FSRU στον Όρμο της Θεσσαλονίκης, Γιάννης Κρεστενίτης, Ιούλιος 2026, Greenpeace.
[3] Η έρευνα διενεργήθηκε σε συνεργασία με την εταιρεία ερευνών LongLust και διεξήχθη τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2024. Αφορούσε ποσοτική έρευνα με τη χρήση online ερωτηματολογίου και το συνολικό δείγμα της είναι 665 άτομα από 4 περιοχές – Θεσσαλονίκη, Αλεξανδρούπολη, Κορινθία, Μαγνησία – όπου νέες υποδομές Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (LNG) έχουν ήδη αναπτυχθεί ή υπάρχουν σχέδια για την ανάπτυξή τους στο μέλλον. Δείτε περισσότερα εδώ.


